ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΙΧΕ μεγαλουργήσει σε πλείστους τομείς, θα θυμόμασταν τον Μανώλη Γλέζο ως εξαιρετικό ποιητή. Εύγλωττο το απάνθισμα στίχων του που ακολουθεί:
ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΦΟΡΕΣ (στον Ζώη Κουτσαύτη) Ολες τις φορές/ που μ’ άγγιξεν ο θάνατος/ έτρεχα ν’ απαλείψω τα σημάδια/ στη θάλασσά σου, Κυκλάδα μου,/ να σβήσω την πύρα της φλεγόμενης ψυχής/ στα γαλήνια νερά σου./ Σταγόνα-σταγόνα να ρουφήξω/ όλους τους μύθους και τις ιστορίες σου/ για τις σπηλιές και τα χοχλίδια,/ τα δρομιστικά νερά και τις ανεβάλλουσες,/ για τ’ αηδόνια και τα γλαροπούλια,/ τα σγαρδέλια και τους σκανιάδες,/ για τις ανεμώνες και τα κρίνα του γιαλού.// Σύγκορμα να νιώσω σ’ όλα τα κύτταρα του είναι/ την ανάσα των εγκόλπιων κραδασμών σου.// Να τρεμουλιάσει το κορμί μαζί με την ελιά/ καθώς βογκά από τον πόνο να συνάξει το λάδι,/ μαζί με το κλήμα που σπαρταρά στο κλάμα/ καθώς φεύγουν οι σταγόνες του ήλιου/ από τις ρώγες του σταφυλιού/ τις νύχτες που κλαίει ο γκιώνης.// Να αισθανθώ ξανά την αγκούσα του ζευγά/ και του ψαρά τ’ αγκομαχητό,/ της πέτρας το ρίγος./ Να νιώσω πως ζω.
ΝΑ ΔΙΑΒΕΙ Ο ΝΗΛΙΟΣ (στον Παύλο Φύσσα) Αμοργός, της ύπαρξής μου ο διακαμός/ τρέχει στις κορυφογραμμές σου,/ να προλάβει να δει στα σύναυγα/ πώς ο Νεφεληγερέτης στήνει τον ερυθρό τάπητα/ απλώνει το κόκκινο χαλί/ να διαβεί ο νήλιος/ να σφουγγίξει τα δάκρυα του πόνου/ για την κλεμμένη ζωή των ανθρώπων/ καθώς στάζουν από τη θλίψη/ της ανέχειας, της δίψας και της πείνας,/ της εγκατάλειψης και της μοναξιάς.
ΩΣ ΤΗΝ ΕΥΔΙΑ (στον Δημήτρη Τατάκη) Την ώρα π’ ασπρίζουν τα κύματα τη θάλασσα/ κι οι ναυτικοί ψάχνουν νά ’βρουν το πάνορμο λιμάνι/ τότες λύνω τις πρυμάτσες/ κι ανοίγομαι στο πέλαος./ Στ’ ακρόπλωρο κατάρτι/ ο θαλασσομάχος/ ανοίγει δρόμο/ μέσα στη μάνητα και στην αντάρα/ της άγνοιας και του μίσους./ Ως την ευδία του θανάτου/ θ’ αγωνίζομαι να ματίσω/ τα σπασμένα κουπιά της απελπισίας/ τρελός λαμνοκόπος της μέρας/ κωπηλάτης του χρόνου/ ερέτης του αιώνα/ λάμνω να μη σκεπάσει η λήθη με λάσπη/ τις μνήμες του χρέους/ απέναντι στον άνθρωπο/ που στις εννιά του Γενάρη/ στα χίλια εννιακόσια πενήντα/ έχτισε στο Μακρονήσι/ οικοδόμησε/ της ανθρώπινης πίστης/ το ιερό τέμενος.
ΘΑΝΑΤΩ ΘΑΝΑΤΟΝ ΠΑΤΗΣΑΣ Ως αποσύρονται/ αργά σιωπηλά/ οι μορφές της παιδικής ηλικίας/ όλες εκείνες οι μητρικές ειδές,/ τα πρόσωπα της οικογένειας,/ της συγγένειας, της φιλίας/ της γειτονιάς και της δουλειάς,/ νιώθω και πιο δυνατά/ να κουρταλεί τη θύρα της ζήσης μου/ ο θάνατος./ Δεκαετίες όλες τον αυλίζω/ και τον διώχνω όξω από ’δώ./ Χρόνια πολλά τον αφήνω να παραδέρνει/ μακριά κι απ’ τον αυλόγυρο των αισθήσεων/ κι από τα τείχη του είναι μου./ Ηρθεν όμως η ώρα/ ν’ ανοίξω τη θύρα/ και να χτυπηθούμε/ στ’ αλώνι της Ψάρης Πλάκας./ Πριν κιτρινίσουν τα φύλλα της συκιάς/ και πριν κοπάσει ο συγκλαμός/ θα ’χουν ανθίσει οι θαλασσινές ασκέλλες,/ θανάτω θάνατον πατήσασαι,/ να τον περιγελάσουν.
