ΑΜΠΑΡΩΜΕΝΟΣ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ/ μόνος χωρίς παρέες/ στύβω την γκλάβα μου διαρκώς/ να κατεβάσει ιδέες.// Μα δεν ανταποκρίνεται/ δεν παίρνει, λες, χαμπάρι/ και τη χτυπώ αλύπητα/ να σπάσει στο ντουβάρι.// Καρούμπαλα τη γέμισα/ αίματα και σημάδια/ αλλά η αφιλότιμη/ μένει ξερή και άδεια.// Γυρίζω στο δωμάτιο/ σαν άδικη κατάρα/ ποιος το ’λπιζε να ζήσουμε/ τέτοια δεινή αντάρα.// Απάνω-κάτω ξέφρενα/ σαν χαλασμένη σβούρα/ άραγε, πώς αντέχεται/ τόση βουβή κλεισούρα.// Τηλεφωνώ σε κολλητούς/ που ’χω να δω αιώνες/ και πιάνουμε το λακριντί/ στου σκάιπ τις οθόνες.// Συσφίγγουμε τις σχέσεις μας/ κι ο λογισμός μάς παίρνει/ να που ο κορονοϊός/ κοντύτερα μας φέρνει.//
ΜΟΥ ΣΤΕΛΝΕΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΑΤΑ/ του μπαρ η συντροφιά μας/ και σε τηλεδιάσκεψη/ πίνουμε τα ποτά μας.// Στο διαδίκτυο σωστό/ στήνουμε πανηγύρι/ κι αθόρυβα τσουγκρίζουμε/ ακόμα ένα ποτήρι.// Προτού η ζάλη του αλκοόλ/ μας καταντήσει ντέφι/ λαμβάνω μέιλ σκωπτικό/ και μου ’φτιαξε το κέφι.// Από τη φιλενάδα μου/ που ’ριξε μαύρη πέτρα/ μήνυμα ηλεκτρονικό/ σε ρίμες και σε μέτρα.// Που σατιρίζει καυστικά/ με εμπνευσμένους στίχους/ τον αναγκαστικό εγκλεισμό/ στους τέσσερίς μας τοίχους.// Ανήκουν στην ποιήτρια/ τη Λιώτη τη Μαρία/ με φλέγμα αξιοζήλευτο / και αισιοδοξία.// Γουρλίδικη της εύχομαι/ να ’ν’ η επιστροφή της/ και πάντα να υγιαίνουνε/ η ίδια κι οι δικοί της.// «Μένουμε σπίτι» -πώς αλλιώς;-/ τιτλοφορεί το πόνημα./ Το δημοσιεύω με χαρά/ και θαυμασμό κι επώνυμα. Ιδού:
ΣΤΗΝ ΚΙΝΑ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ως κορονοϊός/ πατρός αγνώστου και μητρός ατίθασος υιός./ Μέχρι στιγμής δεν μπόρεσαν να τον αναγνωρίσουν/ ούτε στον τόπο γέννησης να τον περιορίσουν.// Η έλευσή του επί Γης στον διάβολο αποδίδεται/ για την αιτία του κακού εξήγηση δεν δίδεται./ Τους κορυφαίους δόκτορες άφησε ενεούς/ αφού δεν μοιάζει δυστυχώς με τους γνωστούς ιούς.// Ιδιαιτέρα δείχνει αυτός στους γέροντες συμπάθεια/ και τους χαρίζει ξαφνικά βαριά πνευμονοπάθεια./ Οι κυβερνώντες έσπευσαν διαταγές να δώσουν/ για να προλάβουν τον λαό απ’ τον ιό να σώσουν.// Εις τα κανάλια της τιβί μοστράρουν φιμωμένοι/ και οδηγίες δίνουνε θλιμμένοι κι αγχωμένοι./ Στα σπίτια μας διέταξαν να κλειδαμπαρωθούμε/ τα χέρια μας να πλένουμε για να προστατευτούμε.//
ΤΗ ΒΟΛΤΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΥΝΕ σ’ αυτούς που έχουν σκύλο/ απαγορεύουν με γατί, ακόμα και με φίλο./ Στο σούπερ μάρκετ θα διαβείς μόνο με διαβατήριο/ αλλιώς με το αυτόφωρο σε πάν’ στο δικαστήριο.// Τ’ αδέσποτα της γειτονιάς αίφνης εξαφανίστηκαν/ μα με λουρί κι αφεντικό στη βόλτα εμφανίστηκαν./ Κρίσιμες είναι οι στιγμές/ και ας σοβαρευτούμε/ να μείνουμε στα σπίτια μας για να προφυλαχτούμε.// Βιώνοντας ειρηνικά μ’ αγάπη και ευγένεια/ θα ιδούμε πόση ομορφιά κρύβει η οικογένεια./ Τρόπους ζωής προσεκτικούς εμείς αν εφαρμόσουμε/ τον φοβερό κορονοϊό θα τον κατατροπώσουμε.
