Ουμανισμός, αλτρουισμός, αντιπερσοναλισμός και λοιπά λατινογενή εύηχα δέον όπως πρυτανεύσουν εφεξής στο συλλογικό γίγνεσθαι παραμερίζοντας οριστικά ορισμένους ελληνοπρεπείς και παράφωνους -ισμούς του τύπου φιλοτομαρισμός, ωχαδελφισμός, παχυδερμισμός και παρεμφερή συνώνυμα. Σε τούτες τις θεμελιώδεις αξίες διακυβεύεται αναμφίβολα το στοίχημα της ανθρωπότητας με τον εαυτό της κατά τους χαλεπούς καιρούς της αναγκαστικής απομόνωσης ελέω κορονοϊού.
Σπίτι, λοιπόν, και μάλιστα σε συνθήκες εθελούσιου εγκλεισμού. Ζόρικες καταστάσεις που συνιστούν, ωστόσο, πρώτης τάξεως περίσταση να αναψηλαφίσουμε τις σχέσεις με τους οικείους μας, αφαιρώντας προσεκτικά με πλαστικά γάντια μιας χρήσεως τα αγκαθωτά πλέγματα που περιχαρακώνουν τις υποφωτισμένες περιοχές του «εγώ». Να πλατύνουμε την έκταση της καραντίνας, διαχέοντας στη στενοτοπιά της εύοσμα χρώματα, παρδαλά αρώματα και ευρύχωρες αναπολήσεις. Να περιπλανηθούμε, γιατί όχι, νοερά ανά την υφήλιο, αφού τα πραγματικά ταξίδια εγκυμονούν θανάσιμους κινδύνους, χώρια την ταλαιπωρία, στις μέρες μας.
Μεταξύ σοβαρού και αστείου επανέρχομαι, επί τη ευκαιρία, στις χθεσινές αναφορές περί τη μικροβιοκτόνο δράση της παραδοσιακής κολόνιας. Μου τη θύμισαν χλευαστικές αναρτήσεις ημιδαπών ιστοσελίδων με αφορμή τις μακροτενείς ουρές που σχημάτισαν έξω από μυροπωλεία της γείτονος Τουρκίας πολυπληθείς κάτοικοι προκειμένου να προμηθευτούν ανθοστάγματα λεμονιού ως αντίδοτο στην πανδημία. Αποδόθηκαν απερίσκεπτα σε οπισθόβουλα φέικ νιουζ τοπικού τινος Βελοπουλόγλου, αποβλέποντος στον προσπορισμό μαυραγορίτικου κέρδους.
Επιπόλαια δημοσιεύματα της πεντάρας. Πριν από κάμποσα χρόνια περιηγήθηκα στην ακτογραμμή της Μικρασίας από την Αλικαρνασσό ώς πέρα την Αντιόχεια και τη Σελεύκεια της Πιερίας, επιστρέφοντας μέσω ενδοχώρας – Αρμενία, Καππαδοκία, Λυκαονία, Φρυγία, Λυδία, Ιωνία. Χιλιάδες χιλιόμετρα μοιρασμένα σε ολιγόλεπτες ή πολύωρες διαδρομές εντός υπεραστικών λεωφορείων. Ευχάριστη εντύπωση μου προκαλούσε το ότι στην αφετηρία κάθε εισπράκτορας ράντιζε τις φούχτες των επιβατών με συναφή ροδόσταμα από ευμέγεθες μπουκάλι και ξανά μανά από την αρχή σε κάθε στάση.
Σε διαφημίσεις με άνθη λεμονιάς να αιωρούνται παντού στον χώρο παρέπεμπαν τα οχήματα. Ουδεμία σχέση με τα δικά μας ΚΤΕΛ της εποχής που έζεχναν ιδρώτα και ποδαρίλα. Το ευωδιαστό σκηνικό επαναλαμβανόταν στα μαγαζιά, ξεκινώντας το εξαντλητικό παζάρι, αλλά και στα σπίτια: έβγαζες τα παπούτσια, πασπαλιζόσουν με κολόνια κι έπειτα έμπαινες. Σακουλευόμουν ότι η φαινομενική μοσχοβολιά υπέκρυπτε λόγους απολύμανσης, όπως στα παρ’ ημίν λαϊκά μπαρμπέρικα του παλιού καιρού, όπου αλμπάνηδες κουρείς πλημμύριζαν τα μάγουλα των πελατών με κολόνιες υψηλής περιεκτικότητος σε οινόπνευμα, καθότι προηγουμένως τους πετσόκοβαν με ύποπτα ξουράφια. Ορθώνουν την παράδοση οι Τούρκοι ασπίδα στον ιό και ξυπνούν κοινές, ανατολίτικης προέλευσης, αναμνήσεις.
