Συναθροίζω στα τρία τέταρτα των Ελλήνων όσους ευφάνταστους πιστεύουν ακράδαντα ότι ο κορονοϊός αποτελεί χάι τεκ προϊόν καθεστωτικών εργαστηρίων και η εξαιτίας του επαπειλούμενη πανδημία οργανωμένο σχέδιο σκοτεινών, πλην ευδιάκριτων κύκλων, με στόχο την ποδηγέτηση της κοινωνίας των πολιτών. Ουδόλως συμμερίζομαι θεωρίες που προεξοφλούν καταστροφές και ολέθρους, οφείλω να ομολογήσω, ωστόσο, πως εν προκειμένω ο ρους των γεγονότων δικαιώνει τους συνωμοσιολογούντες και τα εξωφρενικά τους σενάρια.
Εξηγούμαι πάραυτα: Βγαίνοντας νωρίς χθες από την εφημερίδα, τρακάρισα φάτσα φόρα τον Χρήστο να απολαμβάνει ραχάτικα το τσιγαράκι του στα έξω τραπεζάκια της διπλανής μπιραρίας Barley Cargo, στην μπάρα της οποίας ιερουργεί ακατάπαυστα σε πρωινοβραδινές βάρδιες. -«Καιρούς και ζαμάνια! Κάτσε, να τα πούμε μια κουβέντα», έκανε νωχελικά, τείνοντας προς το μέρος μου το αφορολόγητο πακέτο του. -«Πώς έτσι χαλαρός;», παρατήρησα. -«Εσύ συνήθως πήζεις στη δουλειά». Το εκ Σουβάλας Παρνασσίδος ορμώμενο φιλαράκι τράβηξε βαθιά τζούρα, εκπνέοντας συμμετρικά δαχτυλίδια καπνού, και υπέδειξε τον αίτιο των κεσατιών του με παρατεταμένο αναστεναγμό: -«Ας όψεται ο εστεμμένος».
Λογικά εννοούσε τον νέο ιό, όστις έλκει την επωνυμία του από το αλήστου μνήμης σύμβολο της μοναρχίας, την κορόνα. -«Παρασκευή τέτοιες ώρες στην Κολοκοτρώνη γινόταν χαμός. Κοίτα τώρα…», ψέλλισε σε παραπονιάρικο τόνο. Πράγματι. Από την πίσω πλευρά της Παλαιάς Βουλής ίσαμε κάτω προς την Αθηνάς κυκλοφορούσαν αραιά και πού στον πολυσύχναστο δρόμο όλοι κι όλοι τρεις, παρέα κι ο κούκος, έχοντας καλυμμένο το ράμφος με μια απ’ τις γνωστές, και εσχάτως δυσεύρετες, ιατρικές προσωπίδες.
Ησυχία εκκωφαντική προξενούσε θλίψη. Είπα να την πνίξω στα ιδρωμένα ουισκοπότηρα του Blue Note, στη συμβολή Χαριλάου Τρικούπη και Αλεξάνδρας. Η αναδουλειά φορούσε περιέργως στο πρόσωπο του Σωτήρη στραβό, φιλοσοφικό μειδίαμα και του ενέπνεε όρεξη για κουβέντα. «Ο κορονοϊός βάλθηκε να αποτελειώσει ό,τι ξεκίνησαν τα μνημόνια: να κλείσει τον κόσμο στα σπίτια του, να τον βιδώσει στους καναπέδες, ευεπίφορο άθυρμα στην τρομοκρατία της τηλοψίας», συμφωνήσαμε κατεβάζοντας το τρίτο ποτό.
Νοσταλγήσαμε στο τέταρτο τις προ κρίσης εποχές, τότε που η Λεωφόρος έσφυζε από αυτοκίνητα και πεζούς τις μεταμεσονύχτιες ώρες ώς αργά τα χαράματα. Ερημιά χθες, δεν σάλευε ρόδα. «Δεν οφείλεται μόνο στο κλίμα. Πρωτίστως η ιδιοσυστασία της φυλής σπρώχνει τον Ελληνα έξω, να γευτεί λαίμαργα τις χαρές της ζωής, να τη γλεντήσει με χορό και τραγούδι. Δεν θα καταφέρουν να μας κάνουν σαν τα μούτρα τους».
Η σχεδόν γεμάτη σελήνη, ζωσμένη με πορφυρό φωτοστέφανο, έλαμψε αίφνης στο βάθος του στενού μου, επιστρέφοντας, σκορπίζοντας ολούθε φαντασμαγορίες αντίστασης. Να, λοιπόν, πού χάθηκαν απόψε οι συμπολίτες μου. Πήραν λόφους και βουνά να λουστούν στην άπλετη φεγγαράδα. Ενεός απόλαυσα στη βεράντα τον αιμάτινο δίσκο να χάνεται στις κεραίες των πολυκατοικιών, προτού παραδοθώ για παρηγοριά στα απατηλά οράματα του Μορφέα.
