Αρχές Γενάρη επί συναπτά έτη επισκεπτόμουν το γραφείο του, στον πρώτο όροφο της Πολυτεχνείου 1, ακριβώς απέναντι από την πύλη που διέρρηξαν τα τανκς. Πιτσιρικάς, μ’ έστελνε η μάνα μου να πληρώνω τη συνδρομή μας στην εφημερίδα «Τ’ Απεράθου». Εκείνος μου ’πιανε την κουβέντα. Χαρισματικός αφηγητής, με ταξίδευε στην προκατοχική Νάξο, στις ένδοξες μέρες της Αντίστασης, αλλά και στην τρέχουσα εποχή.
Πατημένος εβδομηνταπεντάρης πήρε πρέφα, περί το 1994, την υπογραφή μου στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία». Μου τηλεφώνησε και σχεδόν με μάλωσε. «Μα να γίνεις δημοσιογράφος και να μην ξέρω τίποτα;». Ξεκίνησε έκτοτε η συνεισφορά μου σ’ ένα έντυπο, που κάθε μήνα για χρόνια έμπαινε στο σπίτι μας και στηνόταν ένα μικρό πανηγύρι.
Επηρμένος συντάκτης δημοφιλούς αθηναϊκού φύλλου, του εξηγούσα πως τσάμπα τυπώνει τα κείμενα σε μπομπίνες, τις κόβει με το ψαλίδι και τις κολλάει με «ούχου» στα κασέ. «Ολα τώρα γίνονται στο κομπιούτερ» του ‘λεγα. Αρνιόταν πεισματικά να καταλάβει. «Πόσες λέξεις είναι το κομμάτι;» τον ρωτούσα, περιμένοντας ν’ ακούσω αριθμό πολλαπλάσιο του εκατό. «20.300 χαρακτήρες μαζί με τα κενά» με αποστόμωνε. Χάος.
Ρομαντισμό ξεχασμένων καιρών εξέπεμπε. Μάστορας απ’ τους λίγους. Θαύμαζα το μεράκι του, τον έρωτά του για τον λόγο, την αγωνία του όταν το τεύχος όδευε προς το τυπογραφείο· λες κι ήταν πάντα η πρώτη φορά. Παρά τις διαφωνίες μας, με δίδαξε σπάνιο ήθος, που έχει εκλείψει εδώ και δεκαετίες απ’ τον χώρο του Τύπου. Εξυπακούεται ότι συνέδραμα αμισθί. Ο ίδιος έμπαινε μέσα. Σαν παιδί του αντιμετώπιζε «Τ’ Απεράθου» και το χατζιλίκωνε απ’ τη σύνταξή του.
Αντίκρισε το φως ο Μιχάλης Γρατσίας το 1919 στην Απείρανθο. Ο πατέρας του Ηλίας ήταν γνωστός με το προσωνύμιο Δίφραγκος και του ’μεινε κι εκείνου. Σχολιαρόπαιδο ακόμα συνεργάστηκε με την «Εφημερίδα των Μαθητών» του Δημητράκου, ενώ δημοσιεύτηκαν ποιήματά του στα περιοδικά «Μπουκέτο» και «Εβδομάς».
Θαρραλέος αγωνιστής συμμετείχε ενεργά στο ΕΑΜ Νάξου και στη μάχη που εξανάγκασε τους Γερμανούς να εγκαταλείψουν το νησί. Μετά την απελευθέρωση εξέδωσε τα «Ναξιακά Νέα». Θήτευσε επί τετραετία σε Μακρόνησο και παρεμφερή ευαγή ιδρύματα.
Ο Διφραγκομιχάλης εργάστηκε τη δεκαετία του ’50 σε αθηναϊκά έντυπα ευρείας κυκλοφορίας. Απ’ το ’58 ώς το ’66 διηύθηνε τα ημερήσια «Κυκλαδικά Νέα» και για 28 χρόνια το πρώτο περιοδικό αυτοκινήτου στη χώρα.
Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Συνδέσμου Δημοσιογράφων Εθνικής Αντίστασης και της ΠΟΑΕΑ, το «Βήμα» της οποίας έβγαζε επί 21 έτη. Το 1982 πρωτοτύπωσε «Τ’ Απεράθου» για να βοηθήσει τον κοινοτάρχη Μιχάλη Μπαρδάνη. Είχε τέτοια απήχηση, ώστε το κράτησε αδιαλείπτως ίσαμε το 2011. Υπόδειγμα τοπικού φύλλου, απετέλεσε την καθάρια φωνή ενός χωριού κι ενός νησιού στην Ελλάδα και τη Διασπορά. Αναχώρησε για τα επουράνια οκτάστηλα τη Μεγάλη Παρασκευή, στα 96 του, μαθαίνοντάς μας πως η δημοσιογραφία είναι πρωτίστως κοινωνική προσφορά.
