Κυριακή πρωί, τους είδα αραδιασμένους στην προκυμαία του Φλοίσβου. Με την επιστροφή, τους είδα περασμένους σε σκοινί, στη γειτονιά μου, πίσω από την Εθνική Πινακοθήκη. Χαρταετοί. Φρέσκοι, πολύχρωμοι. Προτού (τους) πετάξουν (αμολήσουν)· στον ουρανό ή στα σκουπίδια. Ή χαθούν πρόωρα από ατύχημα: κρεμασμένοι σε κάποιο δέντρο ή σκαλωμένοι σε κάποιο καλώδιο.
Εγραφα, παλιά, στην «Ελευθεροτυπία», τέτοια μέρα, επομένη-μεθεπομένη Καθαρής Δευτέρας, ότι ένα από τα πιο θλιβερά θεάματα είναι να βλέπεις, την Τρίτη της Καθαρής Δευτέρας, χαρταετό κρεμασμένο και να σκέφτεσαι το πιο κακό: ότι αυτό έγινε με το ξεκίνημα, με το πρώτο κεφάλι: κάποιος κρατάει τον χαρταετό ψηλά πάνω από το κεφάλι του και κάποιος άλλος, από απόσταση, περιμένει το κατάλληλο αεράκι να τραβήξει απότομα τον σπάγκο, να τον σηκώσει.
Κεφάλι, μάνες, ζύγια, σπάγκος, ουρά, καλούμπα, γένια, σβουριχτάρι, καπόνι, σμυρνάκι· όλες λέξεις παρμένες από το πάνθεον της… χαρταετολογίας, όπως μου έρχονται στον νου, τώρα, ξημερώματα Καθαρής Δευτέρας. Καθώς ετοιμάζομαι να νηστέψω λιτά, με καμιά τριανταριά πιάτα (38 μέτρησα κάποτε Καθαρή Δευτέρα σε συγγενικό σπίτι) υπό την απειλή του κορονοϊού και του Ερντογάν, που προωθεί στη σκακιέρα του στρατιωτάκια από πρόσφυγες κι εμείς αντιπαραθέτουμε αξιωματικούς, πύργους και σύσσωμο το Λιμενικό Σώμα· τουλάχιστον να μην πάνε από πνιγμό οι άνθρωποι. Τα έχουν και αυτά πολιτισμένες κοινωνίες, όπως η δική μας, καλή ώρα, που κακό χρόνο να ’χει.
Ολα, με μια μικρή διαφορά στο υλικό της λέξης. Οι χαρταετοί, εδώ και χρόνια, δεν είναι πια χάρτινοι (χαρταετοί), είναι πλαστικοί (πλασταετοί). Φερμένοι κυρίως από την Κίνα ή από άλλες ασιατικές χώρες της εμπορικής επιρροής της. Χώρα όπου κατασκευάστηκε και ο πρώτος στην Ιστορία χαρταετός, από μετάξι, για λόγους στρατιωτικούς. Χώρα, αλίμονο, «καταγωγής» και του κορονοϊού. Πολλές συμπυκνώσεις! Δεν καταπίνονται εύκολα…
