«ΒΑΔΙΖΕΙΣ ΣΕ ΜΙΑΝ ΕΡΗΜΟ. Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει. Οσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα». Κάπως έτσι όρισε την τέχνη της η Κική Δημουλά, που αναχώρησε οριστικά προχθές για τις επουράνιες αλέες. Η ίδια έσπειρε μερικές συστάδες ολιγοσέλιδα δενδρύλλια, τα οποία λίπαναν οι τόμοι των καιρών μετατρέποντάς τα σε αχανείς δρυμούς. «Παράωρος και άωρος», καθότι Μετέωρος, αντλώ το φως κάθε δέντρου ξεχωριστά και πλημμυρίζουν μελωδίες τα σκοτεινά δάση της ύπαρξης. Ιδού:
ΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ Εκκλησάκι έρημο εγκαταλειμμένο πιστευτό./ Θαρρείς ότι το έχτισε ερείπωση./ Τα κεραμίδια στον τρούλο/ τρύπιο σάλι ριγμένο/ στη γηραιά καμπούρα της ανάτασης./ Τα μικρά παράθυρα κρέμονται/ κάπως στραβά στον τοίχο/ σαν εικονίτσες που σεισμός τις μετακίνησε/ από της πίστης το ίσιο./ Βιτρό στα τζάμια συνθεμένα/ με πολυκαιρινής βροχής σταγόνες ραγισμένες.// Αραγε να ζει μέσα η αγιότης/ τρεφόμενη με σβηστά κεράκια μόνο;// Κλειδωμένη η αμφίβια πόρτα/ – και στο μέσα σκότος βυθισμένη ζει/ και στο φως έξω κολυμπάει./ Επάνω της την πλάτη του ακουμπώντας/ ένα σκαλοπατάκι/ ζητιανεύει λίγην επισκευή. Εχει σπάσει.// Και η φύση που όλα τα καλοπιάνει/ και την ακμή λατρεύει/ και στη φθορά χατίρι δε χαλάει// επισκευάζει τη ρωγμή στο σκαλοπάτι/ πολύχρωμα γεμίζοντάς την με τσουκνίδες, γαϊδουράγκαθα, μολόχες,/ δαφνόφυλλα και πικροπαπαρούνες.// Και γίνεται αίφνης/ ανοιξιάτικος/ ευδιάθετος γραφικός αισιόδοξος ο τρόμος/ για την ερείπωση της εγκατάλειψής μας. (Χλόη Θερμοκηπίου, 2005)
ΑΠΟΓΕΥΜΑ Ενα κομμάτι άνεμος που έπεσε στο δρόμο/ κάθισε κι έπαιξε/ στα σύρματα του ηλεκτρικού/ μια μελωδία σιγανή/ αφιερωμένη στη διάθεσή μου./ Αυτή για μια στιγμή μονάχα/ ανασηκώθηκε και κοίταξε/ ύστερα αμετάπειστη και αδιάφορη/ ξαναβυθίστηκε εντός μου. (Ερεβος,1956).
ΥΠΕΡ ΑΣΩΤΕΙΑΣ Είμαι, ανεβασμένη με τα κιάλια μου/ στο κατάρτι ενός αγκαθιού εξασκούμαι/ στους φυσικούς πόνους τους φέρνω πιο πλησίον./ Δειλινά λέγονται εκείνα τα χωνάκια/ που γουρλώνουν τα φύλλα τους βραδάκι στις αυλές/ – τι μαζοχιστικό όνομα που διάλεξαν./ Αραιώνουν οι εκρήξεις των κουκουναριών/ προσέχει πια η ζέστη δεν πετάει/ σπίρτα αναμμένα.// Θεληματίας η πρόνοια. Εζεψε τα μερμήγκια/ από νωρίς και σπρώξε σπρώξε έχουν σύρει/ αρκετό χειμώνα κιόλας στη φωλιά τους.// Αποταμίευση. Μια σεβαστή ομολογώ/ μορφή χορτάτης ευθανασίας.// Εν μέρει καλά τα λέει ο μύθος./ Επρεπε να λογικευτούν λίγο τα τζιτζίκια/ να βάζουν στην μπάντα μισό τραγούδι για το κρύο/ να εξοικονομούν ολίγην/ της ύπαρξής τους ασωτεία./ Εξω απ’ το χορό καλά τα λέει ο μύθος./ Πώς αλλιώς να κάνουν τα τζιτζίκια./ Δεν αποταμιεύεται η ένταση./ Δεν θα ’θελε κι αυτή να ζει περισσότερο;/ Ομως δεν αποταμιεύεται./ Μια μέρα να τη φυλάξεις χαλάει.// Κι είπα, έτσι που τη βλέπω/ σωρηδόν και κείται άταφη άψαλτη/ να της ρίξω ένα ολάνθιστο Αμήν/ πριν τη διαμελίσει η κατακραυγή/ πριν τη σύρουν τροφή στη φωλιά τους/ κάτι τομάρια εαυτούλικα μερμήγκια. (Χαίρε ποτέ, 1988).
