Εξαντλημένοι απ’ την κούραση και μπαρουτοκαπνισμένοι, εκατόν πενήντα άνδρες κρατούν την ανάσα τους και περιμένουν. Η συνθηματική φωτοβολίδα που έχει μόλις τρυπήσει την αφέγγαρη νύχτα, διαγράφοντας φαντασμαγορική ρωγμή στον χρόνο, αφήνει το διακριτό της στίγμα στην Ιστορία. Οσοι βρίσκονται στην κοίτη του ποταμού καλύπτονται πρόχειρα στις λιγοστές προεξοχές του φυσικού ανάγλυφου και σφαλίζουν τα αυτιά με τις παλάμες. Ξάφνου τραντάζεται η γης. Μια εξωπραγματική λάμψη φωταγωγεί το σκοτάδι για πάντα. «Τρομεροί κρότοι διαδέχονται ο ένας τον άλλο. Στην ησυχία της βραδιάς μες στο κοίλο τοπίο ακούγονται σαν ήχοι της Αποκαλύψεως. Εκατομμύρια κομμάτια πυρακτωμένο μέταλλο εκσφενδονίζονται στον αέρα. Πολλά από αυτά προσγειώνονται κυριολεκτικά δίπλα μας. Ευτυχώς μόνο ένας μας τραυματίζεται ελαφρά στο χέρι».
Περασμένα μεσάνυχτα της 26ης προς την 27η Νοεμβρίου 1942. Οι δείκτες του ρολογιού δείχνουν 1.30. Ογδόντα έξι μαχητές του ΕΛΑΣ, πενήντα δύο του ΕΔΕΣ και δώδεκα σαμποτέρ, σταλμένοι απ’ το συμμαχικό στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, έχουν μόλις ανατινάξει τη γέφυρα του Γοργοποτάμου. Ανάμεσά τους ο Νεοζηλανδός Αρθουρ Εντμοντ, που φέρεται ειδήμων στα εκρηκτικά. Είχαμε την τύχη να τον συναντήσουμε τέτοιες μέρες το 2002 σε πανσιόν της Πλάκας. Βρισκόταν στην Ελλάδα μαζί με την κόρη του Μαρία για να παραστεί στις εκδηλώσεις για την επέτειο ως ένας από τους τελευταίους επιζώντες.
Ορμητικός, παρά τα ογδόντα τόσα χρόνια του, ακμαίος και χαμογελαστός, μας μίλησε για τις αντιξοότητες του εγχειρήματος. «Δεν ήμουν ακριβώς ειδικός στις ανατινάξεις. Απλώς ήξερα κάτι παραπάνω απ’ τους άλλους γιατί είχα παρακολουθήσει εκπαιδευτικά μαθήματα στην Αίγυπτο». Οταν ξεχύθηκαν οι αντάρτες του Αρη και του Ζέρβα να καταλάβουν τα οχυρά και να εξουδετερώσουν την ιταλική φρουρά, οι σαμποτέρ κατέβηκαν στα βάθρα εν μέσω πυρών με τους δυναμίτες προσαρμοσμένους ήδη σε ξύλινα καλούπια, ώστε να πετύχουν την έκρηξη το γρηγορότερο. Βρέθηκαν όμως προ δυσαρέστου εκπλήξεως. Τα σχέδια που εξασφάλισαν στη Βόρειο Αφρική αποδείχτηκαν λανθασμένα. Παραπειστικές ήταν επίσης οι φωτογραφίες που τράβηξαν, εποπτεύοντας τον χώρο του γεφυριού.
Σύγχυση απόλυτη επικράτησε. «Το σχήμα των βάθρων έμοιαζε τετράγωνο από μακριά, όταν όμως πήγαμε από κάτω καταλάβαμε πως είναι κυκλικά. Επρεπε, λοιπόν, οπωσδήποτε να αποσυναρμολογήσουμε τα μασούρια και να τα ξαναφτιάξουμε από την αρχή. Στην ουσία αυτοσχεδιάσαμε» υπενθύμισε ο αγέραστος βετεράνος. Καθώς οι εδεσίτες αργούσαν να καταλάβουν το νότιο βάθρο, οι Βρετανοί άρχισαν να σκαρφαλώνουν τοποθετώντας τους νέους κυλίνδρους. «Χρησιμοποιούσαμε φακούς για να βλέπουμε, αλλά όποτε τους ανάβαμε δεχόμασταν ριπές από τους Ιταλούς. Οι σφαίρες σφύριζαν δίπλα μας». Τη λύση έδωσε η εφεδρεία του ΕΛΑΣ υπό τον Νικηφόρο. Η ανατίναξη δεν είχε το αναμενόμενο αποτέλεσμα και αποφασίστηκε να ακολουθήσει δεύτερη. Ευτυχώς αυτή τη φορά η υπονόμευση έγινε χωρίς την ενόχληση των εχθρικών πυρών. Στις 2.21 όλα είχαν τελειώσει. Ο απόηχος του «μπαμ» δόνησε ολόκληρη την Ευρώπη και μας συνταράσσει ώς σήμερα, 77 χρόνια αργότερα.
