Επαίνεσαν ορισμένοι φίλοι το αφιερωμένο στη μνήμη του Ασημάκη Γιαλαμά χθεσινό μας σημείωμα. «Τιμά μια σύγχρονη χρονογραφική στήλη να μην ξεχνά τους παλαιούς, αξεπέραστους μάστορες του είδους», υπογράμμισαν, τσουγκρίζοντας τα ποτήρια. Ποσώς θεωρώ χρονογραφήματα τα καθημερινά σκαλαθύρματά μου, όπερ και επιχειρώ να τους απαλλάξω απ’ την πλάνη τους, αναδημοσιεύοντας αποσπάσματα άκρως συμβολικού, πλην αληθινού χρονογραφήματος, τυπωμένου στην εφημερίδα «Εστία» το 1885, που, χωρίς να είναι, τιτλοφορείται όλως τυχαίως «Σκαλάθυρμα».
Προέρχεται από την καυστική κάλαμο κορυφαίου χιουμορίστα μας, ο οποίος πιθανότατα αγνοούσε «Το δικαίωμα στην τεμπελιά» του γαμπρού του Μαρξ, Πολ Λαφάργκ, που δίχασε τους σοσιαλιστικούς κύκλους της Εσπερίας, ελάχιστα χρόνια νωρίτερα. Σας παραδίδω, λοιπόν, στο οξυδερκές πνεύμα και την ξεμυαλίστρα καθαρεύουσα του Εμμανουήλ Ροΐδη, για να αποκαλυφθεί, αν μη τι άλλο, η πενία της φιλόπονης εργασίας των ασθμαινόντων επιγόνων του:
«Ο πολύς Ερασμος έγραψε το εγκώμιον της Μωρίας και έπειτα της άρκτου, ως υπερβαινούσης πλείστους ονομαστούς λογίους κατά την γραμματικήν εμπειρίαν. Εκ τούτου δε πιθανώς ωρμήθη ο Βύρων να ζητήση διά την άρκτον του δίπλωμα διδάκτορος παρά των ακαδημαϊκών της Καμβρίγης. Ετεροι μεγάλοι σοφοί εξύμνησαν ο μεν τον όνον, ο δε την ποδάγραν, ο Χρύσιππος την ανθρωποφαγίαν, ο Ιουλιανός τας φθειριώσας γενειάδας και ο Λίψιος τα φαλακρά κρανία. Πλην δε των τοιούτων κρανίων εύρεν ενθουσιώδεις πανηγυριστάς και πάσα εντός αυτών κυοφορηθείσα οσονδήποτε αλλόκοτος γνώμη.
»Τα ένδοξα ταύτα προηγούμενα μ’ ενθαρρύνουσι ν’ αψηφίσω τον κίνδυνον να κατηγορηθώ επί παραδοξολογία επιχειρών την αναίρεσιν αρχαίας πλάνης, εξ ης το πρώτον πράγμα το οποίον διδασκόμεθα εις το σχολείον είναι ν’ αναγνώσκομεν και να καλλιγραφώμεν: “Αργία μήτηρ κακίας”. Ουδόλως αρνούμαι ότι η εν τω ρητώ τούτω εσφαλμένη γνώμη ενδέχεται να καθιστά τους παίδας επιμελεστέρους. Αλλ’ όσον μέγα και αν υποτεθή το εκ της πλάνης κέρδος, ουδόλως εν τούτοις μεταβάλλεται το ψεύδος εις αλήθειαν· ο δε ταύτην μόνην αναζητών αναγκάζεται να ομολογήση αδιστάκτως ότι, πολύ μάλλον ή μητέρα της κακίας, πρέπει να θεωρήση θυγατέρα πάσης αρετής την αργίαν.
»Αύτη είναι τω όντι ο πολυτιμότερος καρπός της εντίμου εργασίας, η αγαπητή σύντροφος του πλούτου, ο μόνος σκοπός εις ον αποβλέπει ο εις οιανδήποτε εργασίαν καταδικασθείς υπό της ασπλάχνου τύχης. Τούτο τουλάχιστον διδάσκει ημάς η Γραφή, καθ’ ην η βαρυτάτη τιμωρία εις την απείθειαν των πρώτων ανθρώπων ήτο η στέρησις της εν τω παραδείσω αργίας· παρά δε των ποιητών διδασκόμεθα ότι αύτη εθεωρήθη πάντοτε ως το θειότατον προς τους θνητούς δώρον των αθανάτων. […] Αν εις τα ποιητικά προστεθώσιν αι γνώμαι του Επικούρου, του Βούδα, του Ζωροάστρου, του Αρτμαν και του Παλαμά και αι θεόπνευστοι ρήσεις του Εκκλησιαστού και του Σιράχ, δύναται ν’ απαρτισθή τέλειον σύστημα ηθικής φιλοσοφίας, του οποίου αναμφισβήτητον πόρισμα είναι ότι κατά τοσούτον πλησιάζει ο άνθρωπος εις την θείαν τελειότητα, όσον μάλλον σταυρόνει τας χείρας. […]
»Αξιος χειραψίας θεωρείται δικαίως μόνος ο έχων την χείρα εντελώς αμόλυντον από πάσης επαφής, ου μόνον πρίονος ή σκεπάρνου, αλλά και εμπορικού πήχεως, καλάμου, χρωστήρος και παντός άλλου βιοποριστικού εργαλείου. Η δε τοιαύτη γνώμη δεν είναι προϊόν αριστοκρατικής διαφθοράς, αλλ’ επεκράτησε κατά το μάλλον ή το ήττον εν πάση εποχή και χώρα. Απανταχού τω όντι και πάντοτε εθεωρήθη η εργασία ως πράγμα ου μόνον οδυνηρόν, αλλά και ταπεινόν και δουλοπρεπές. Τούτο αποδεικνύει η γλωσσολογική επιστήμη, η διδάσκουσα ότι τα ρήματα εργάζομαι, πονώ και δουλεύω θεωρούνται εν πάση διαλέκτω ως τ’ ακριβέστερα των συνωνύμων»…
