Παιδιόθεν επισκέπτομαι τις λαϊκές αγορές. Μ’ έπαιρνε μαζί της η μάνα μου για να βάζω ένα χεράκι, ενίοτε και τα δύο, στο χαμαλίκι. Μεγαλώνοντας εγώ και γερνώντας εκείνη, την αντικατέστησα βαθμιαία στη φροντίδα της τροφοδοσίας του σπιτιού με εδώδιμα κι αργότερα επωμιζόμουν ασμένως τον ρόλο του κουβαλητή στις συναναστροφές μου με συντρόφους, με τις οποίες, εκτός των άλλων, μοιραζόμαστε και το ίδιο τραπέζι. Τυγχάνω, λοιπόν, αναπόφευκτα και αθεράπευτα εθισμένος στην ατμόσφαιρα και την κουλτούρα της λαϊκής, τόσο, που, αν περάσει βδομάδα χωρίς να ψωνίσω απ’ τους πάγκους της –πράγμα σπάνιο–, υποφέρω από στερητικό σύνδρομο.
Ραγίζει το είναι μου, πά’ να πει. Αποσυναρμολογούνται τα Σεραφεί(μ) ντου νου μου, που λέμε στο χωριό μου. Αναζητώ εναγωνίως υποκατάστατα και, όταν διασταυρώνομαι εποχούμενος με τα ποθητά μου ζαρζαβατοπάζαρα, σταματώ το μηχανάκι σε επίκαιρη θέση, σηκώνω το κράνος και με άπασες τις αισθήσεις εν πλήρει εγρηγόρσει, τραβώ θεριακλήδικες τζούρες απ’ τις εικόνες, τις μυρωδιές και το βουητό, μπας και στανιάρω, συνεχίζοντας κατόπιν τον δρόμο μου με την ελπίδα πως θα με βγάλει πάλι σε λαϊκή. Αρρωστάκι κανονικό, πά’ να πει· πρεζόνι των φρούτων και των λαχανικών.
Αξιώθηκα να θαυμάσω, στις κατά καιρούς περιπλανήσεις μου, υπαίθρια παζάρια και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Πανδαισία χρωμάτων και αρωμάτων, που ξελογιάζουν ηδονικά τις αισθήσεις, θα συναντήσεις κι αλλού, ιδίως στην Ανατολή. Και τη μελωδία της υπεραφθονίας, επίσης, να δονεί στις χορδές της ψυχής το ρεφρέν της υπαρξιακής πληρότητας. Κανένα, εν τούτοις, δεν συγκρίνεται με τις παρ’ ημίν λαϊκές αγορές. Είναι ζήτημα αρχιτεκτονικής διάταξης, πρωτίστως. Ξεθεμελιώνεται, λες, το κοίλο ενός αρχαίου θεάτρου και μετατρέπεται σε επιμήκη διάδρομο, εν είδει στενόμακρου παλκοσένικου, στο οποίο συμφύρονται τόσο η σκηνή όσο και οι κερκίδες. Μυρμηγκιές τα πλήθη διαγκωνίζονται ακατάπαυστα πάνω – κάτω, σε αδιανόητα συμπαγή συνωστισμό, συνθέτοντας, θαρρείς, απειρομελή θίασο που παραπέμπει στην παράδοση των μπουλουκιών και στις δόξες της επιθεώρησης. Απερίγραπτο καλαμπαλίκι.
Συνυπάρχεις αίφνης με τη Γεωργία Βασιλειάδου, τη Μαρίκα Νέζερ, τη Ρένα Ντορ, τη Σαπφώ Νοταρά και τη Δέσποινα Στυλιανοπούλου, καθώς οι ευρηματικοί αυτοσχεδιασμοί των μανάβηδων φέρνουν ολοζώντανους μπροστά σου τον Βασίλη Αυλωνίτη, τον Ορέστη Μακρή, τον Μίμη Φωτόπουλο και τον Νίκο Σταυρίδη. Μετά την πρόσφατη κοσμογονική διαδοχή στο τιμόνι της χώρας, δεν έτυχε να πάω λαϊκή να σβήσω τη δίψα μου. Τον Ιούλιο, φιλονικούσα με τις θάλασσες και, τον Αύγουστο, οπότε παρεπιδημούσα στο άστυ, ψώνισα άπαξ κι είχα να περάσω όλο τον μήνα σχεδόν. Ακουσα, όμως, ότι το ψυχολογικό κλίμα της αγοράς άλλαξε άρδην, με αποτέλεσμα πωλητές και αγοραστές να κυκλοφορούν με κοστούμια και γραβάτες.
Ανήκουστες υπερβολές σκέφτηκα, μολονότι διατυπώθηκαν από την έγκριτη πένα της Αννας Παναγιωταρέα και επιβεβαιώθηκαν από τον αδιάψευστο Κ. Μπογδάνο. Εντελώς ανύποπτος, προχθές, με σορτσάκι και σαγιονάρα, φθάνω στο παζάρι της γειτονιάς. Ντράπηκα. Οι άνδρες φορούσαν φράκα, παπιγιόν και ημίψηλα κι οι γυναίκες τόνιζαν τις καμπύλες τους με κομψά ταγέρ και τουαλέτες. Πάνε περίπατο τα αμπέχονα και το αφάνα μαλλί, ενδυματολογικά σήματα κατατεθέντα της μέχρι πρότινος συριζαϊκής μιζέριας. Ως και τα μπρόκολα και τα κουνουπίδια προσφέρονταν με ξεκατσαρωμένες κόχες και τα μαρούλια με ολόισια φύλλα, σαν να τα ’χες περάσει στην πρέσα. Επέστρεψα στο σπίτι άρον άρον για να σουλουπωθώ κι ώσπου να βγάλω το γαμπριάτικο σακάκι και τον λαιμοδέτη απ’ τη ναφθαλίνη οι πάγκοι είχαν ξεπουλήσει. Εμεινα νηστικός. Μυστήρια πράσα αυτή η ανάπτυξη.
