Οι συνταξιούχοι Γάλλοι αστοί δεν αγοράζουν σπίτια μόνο σε ελληνικά νησιά και λοιπά δημοφιλή θέρετρα ανά την Υφήλιο. Αποκτούν επίσης εξοχικές κατοικίες στην αγνή γαλλική ύπαιθρο, συχνά προς οικτράν απογοήτευση των γηγενών γειτόνων τους. Πριν ακόμη το καλοκαίρι μπήξει τα πύρινα δόντια του στην πασαλειμμένη με βούτυρο και μαρμελάδα μαλθακή καθημερινότητα του άστεως, αναζητούν δροσιά στα πέτρινα οικήματα, χάριν των οποίων χαλάλιζαν άλλοτε το εφάπαξ μέχρι φράγκου και από το 2002 έως δεκαλέπτου του ευρώ.
Ροβολούν κατά ’κεί συν γυναιξί κατά τον Μάιο και ήδη από τις αρχές Ιουνίου αναπολούν τους ευγενείς ήχους της συνοικίας τους, τουτέστιν το διαπεραστικό βουητό των οδών, τα κορναρίσματα των αυτοκινήτων, τα κομπρεσέρ των εργοληπτών και εσχάτως τις επίμονες ιαχές των αναιδών με τα κίτρινα γιλέκα που αναστατώνουν τα ανιαρά Σάββατα του χειμώνα στις πολυπληθείς πόλεις της πατρίδας τους. Ετερον εκάτερον να ενοχλούνται θανάσιμα από ορισμένους εκνευριστικούς, αλλόκοτους θορύβους που διαταράσσουν τη γαλήνη των παρατεταμένων διακοπών τους και μάλιστα τις πιο ακατάλληλες ώρες.
Νευρασθενικοί δεν εννοούν να καταντήσουν, οπότε, προκειμένου να απαλλαγούν από την αναπάντεχη ηχορρύπανση, προσφεύγουν ενίοτε ώς και στα δικαστήρια. Οπως ο Ζαν-Λουί Μπιρόν, επί παραδείγματι, ιδιοκτήτης αγροικίας επί συναπτά έτη στο Σεν-Πιερ, πρωτεύουσα της νήσου Ολερόν –δεύτερη σε μέγεθος στη χώρα μετά την Κορσική–, που επιπλέει ανύποπτη καταμεσής του Βισκαϊκού Κόλπου, κατά Ατλαντικό μεριά.
Ιδιάζουσες οι πληθυσμιακές διακυμάνσεις της ως άνω κοινότητος. Οι σαράντα χιλιάδες και βάλε κάτοικοι του θέρους περιορίζονται τον υπόλοιπο χρόνο σε μόλις εβδομήντα εκαντοντάδες, η πλειονότης των οποίων, ένεκα επιμέμπτου νοοτροπίας, θεωρεί τον τόπο τσιφλίκι της, που καθ’ όλη την έκτασή του δικαιούται να κάνει ό,τι γουστάρει. Ο μουσιού Ζαν-Λουί, λοιπόν, έβγαζε φλύκταινες από τις διαπρύσιες κραυγές άξεστου τύπου της πλαϊνής αυλής, ονόματι Μορίς, όστις χαλούσε τον κόσμο από τα πρώτα χαράματα. Δεν επρόκειτο περί ανάγωγου χωριάτη, όχι. Ο εν λόγω Μορίς είναι ο πετεινός της μαντάμ Κορίν Φεσό, που τη χωρίζει με τους Μπιρόν μια ασοβάντιστη μεσοτοιχία.
Θρεμμένο και τροφαντό κοκορόπουλο με πολύχρωμο, λαμπερό πτέρωμα και ολόστητο λοφίο, καμάρωνε σαν θυρεός του κοτετσιού, ξεκουφαίνοντας νυχθημερόν τους περιοίκους με υπερήφανα όσο και εκκωφαντικά «κικιρίκου». Ασυνήθιστος στις ραψωδίες της φύσης ο ένοικος της διπλανής πόρτας, κατέθεσε αγωγή στη Δικαιοσύνη, αξιώνοντας να εξαναγκάσει τον ορνιθόμορφο αοιδό σε αιωνία σιγή.
Ιδιότυπη δημοσιότητα με διεθνή αντίκτυπο έλαβε η υπόθεση· σωστός πόλεμος μεταξύ της απλόχωρης ελευθερίας της υπαίθρου και της κατήφειας των αστικών κέντρων. Εκατοντάδες χιλιάδες υπογραφές συγκεντρώθηκαν στο διαδίκτυο υπέρ του Μορίς και τυπώθηκαν μπλουζάκια με την επωδό «Aφήστε με να τραγουδήσω». Πριν αλέκτορα φωνήσαι, ο πρωτοδίκης δικαίωσε τον κόκορα καταλογίζοντας στον μηνυτή αποζημίωση χιλίων ευρώ συν τους τόκους. Τη δόξα του Μορίς ζήλεψε ο Μπόρις στην απέναντι πλευρά της Μάγχης. Χαρακτήρισε τον Τζέρεμι Κόρμπιν «χλωριωμένη κότα» –κάτι σαν τη «φυματική σαρανταποδαρούσα» του αγγλοτραφούς Τσάκα-λόττου– διεκδικώντας συνεκδοχικά για τον εαυτό του τον ρόλο του πετεινού.
Ατύχησε, όμως. Εκατομμύρια Βρετανοί κόσμησαν με την υπογραφή τους κείμενο, όχι υπεράσπισης, αλλά αποδοκιμασίας των επιλογών του επείσακτου πρωθυπουργού τους. Στη χώρα μας ευδοκιμούν οι «λειράτες όρνιθες», όρος που παρεισφρέει εσχάτως στη στρατόσφαιρα του δημόσιου βίου. Οι δικές μας κυβερνητικές κότες, παρά ταύτα, μοιάζουν ξεπουπουλιασμένες κι οι κοκορομαχίες τους προκαλούν θλίψη. Πάρτε παράδειγμα τη Νου Δου και τον ΣΥΡΙΖΑ, που καβγαδίζουν ακατάπαυστα, καίτοι ακολουθούν ίδιο χαβά. «Κότα που κακαρίζει, αυγά δεν κάνει» διατείνεται ο σοφός λαός.
