ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εξπέρ του χρονογραφήματος, της σάτιρας και του σκωπτικού στίχου, διαπρέπει στις στήλες του προπολεμικού Τύπου. Το 1940 ο θίασος της Κατερίνας ανεβάζει στο σανίδι τις «Πολεμικές Καντρίλιες» του που γνωρίζουν πιένες. Εκτοτε γράφει πάνω από εκατό επιθεωρήσεις και κωμωδίες πρόζας, πολλές από τις οποίες μεταφέρονται στον κινηματογράφο, χαρίζοντας στο κοινό απρόσκοπτα γέλια μέχρι σήμερα. Ο Ασημάκης Γιαλαμάς, διότι περί του Γιαλαμά πρόκειται, υπήρξε πρωτίστως Εφημεριδάς. Ξετρύπωσα στο γνωστό πια βιβλίο των εκδόσεων του Εικοστού Πρώτου στιχάκια του που καυτηριάζουν τη μίμηση του ρεμπέτικου τρόπου ζωής από το ανφάν γκατέ του Κολωνακίου, δημοσιευμένα στο περιοδικό «Το Μοντέρνο Τραγούδι» τον Δεκέμβριο του 1948. Ιδού:

Με βάδισμα σερέτικο/ και τσιγαριλικάκι/ περνά η ντερμπεντέρισσα/ από το Κολωνάκι!/ Από μικρή ανατράφηκε/ με γλώσσες και με πιάνα/ μα τώρα για ρεμπέτικα/ είναι πολύ… χαρμάνα./ Διψά τραγούδια μόρτικα/ ν’ ακούη στα μπουζούκια/ και να ’χη κι ένα γκόμινο/ να της τραβά χαστούκια/ και να γυρίζει πάντοτες/ μαστούρα στο κονάκι/ η νεο-ντερμπεντέρισσα/ από το Κολωνάκι!// Αυτός λοιπόν ο πόλεμος/ μαντάρα τα ’χει κάνει/ το Κολωνάκι εμπέρδεψε με το Πασαλιμάνι/ και βλέπεις μια που ήτανε/ μες στα σαλόνια λάμια/ να σπάη κέφι σήμερα/ στα ξακουστά «Καλάμια»/ και όλ’ οι μάγκες να ’χουνε/ για δαύτηνε να λένε,/ όταν αρχίζει το άσμα της/ «Σαν δεις φωτιές να καίνε»./ Κι ωχ, τι καϋμούς αγιάτρευτους/ και τι τρελλό μεράκι/ ανάβει η ντερμπεντέρισσα/ από το Κολωνάκι!//

Τις σχέσεις πια τις έκοψε/ με τους αμπασαντέρ/ και πια νταραβερίζεται…/ αβέκ λε ντερμπεντέρ./ Δεν θέλει να της φέρνωνται/ «σικ», όπως στο Παρί/ και λαχταρά η καρδούλα της/ να την ειπούν «μωρή»./ Παρεξηγιέται πάραυτα/ εάν της πης μαντάμ/ φουμάρει πάντα δεύτερα/ και μπαίνει και στα τραμ/ και αν της πης και τίποτε/ τη ζώνη αμολάει/ κι αμέσως σου… κολλάει!/ Κι αλλοίμονό σου, φίλε μου,/ αν αντιστής λιγάκι/ μπροστά στη ντερμπεντέρισσα/ από το Κολωνάκι!// Το τέννις πια το ξέχασε/ σπορ έχει το μπαρμπούτι/ κι από καθήκον μάγκικο/ περιφρονεί τα πλούτη,/ αν κι έχη και την κούρσα της/ και μπόλικα χρυσάφια/ και ξέχειλ’ από τρόφιμα/ στο σπίτι της τα ράφια,/ τα πλούτη τα σιχαίνεται/ κι είναι τρανός καϋμός της/ που έχει… εργοστάσιο/ ο «βλαξ» ο σύζυγός της,/ ενώ αυτή τον ήθελε/ να ήταν πιο μαγκιόρος/ και να ’τανε τουλάχιστον/ στην πιάτσα… σαλταδόρος!/ Αυτό μονάχα, φίλοι μου,/ την ενοχλεί λιγάκι/ τη νεοντερμπεντέρισσα/ από το Κολωνάκι.//

Κατά τα άλλα αισθάνεται/ πως είναι… τρε μαγκιόρα,/ τσαμπουκαλού και βλάμισσα/ με ύφος λίγο τζώρα/ και τις βραδυές που βρίσκεται/ στα λαϊκά τα κέντρα/ σαν μάγκας βέρος φέρνεται/ και νοιώθει σαν αφέντρα/ Κι απ’ τη γωνιά που κάθονται/ οι λαϊκοί οι τύποι/ κυττάνε τα παράξενα/ και λεν με κάποια λύπη,/ σαν βλέπουνε στα στέκια τους τις κοσμικές κυράδες:/ Βρε, μια μαγκιά την είχαμε/ κι εμείς οι φουκαράδες/ και τώρα μας την παίρνουνε/ κι αυτήν, μωρ’ αδερφάκι,/ οι νέοι ντερμπεντέρηδες/ από το Κολωνάκι.