Τα αυγουστιάτικα βράδια κομίζουν αλλόκοτη σαγήνη στην Αθήνα. Ιδίως εκείνα που τ’ ολόγιομο ή δρεπανόμορφο φεγγάρι τεμαχίζει τους αχρωμάτιστους ιστούς της σταχτιάς της μονοτονίας, λούζοντας με ασημένιες ανταύγειες αγιοκλήματα και γιασεμιά. Πού αλλού; Μα, ασφαλώς, στα θερινά σινεμά. «Νύχτες που περνούν, που δεν θα ξαναρθούν» τραγουδάει ακούραστα ο Λουκιανός. Κι όμως, τούτη η μοιραία θυγατέρα βρίσκει χίλιους τρόπους να διαψεύδει ηχηρά από μεγάφωνα dolby digital και stereo sound ακόμα και τους αιώνιους εραστές της.
Σίγησαν δυστυχώς οι περισσότερες από τις μαγικές αίθουσες που νοηματοδοτούσαν τα καλοκαίρια μας στο κέντρο και τα προάστια. Αρκετές απ’ τις εναπομείνασες συντηρούνται οριακά χάρη στους τελευταίους των Μοϊκανών σινεφίλ και στο μεράκι γηραιών ιδιοκτητών, που ’ναι αμφίβολο αν θα ’χουν το κουράγιο ν’ ανεβάσουν τα ρολά και το επόμενο έτος. Οσο κι αν η εικόνα τους ξεθωριάζει στο μυαλό μας μαζί με «τα καλύτερά μας χρόνια», καινούργιοι κινηματογράφοι αφήνουν το δικό τους αποτύπωμα στην ιστορία της πόλης.
Αναφέρω τους δύο που ’χα την τύχη να επισκεφθώ πρόσφατα για πρώτη φορά: Δημοτικό Κινηματοθέατρο Μαρία-Ελενα/Οναρ στους Αγίους Αναργύρους, ψηλά στην Ανάκασα. Στεγάζεται στο οικόπεδο του ομώνυμου παλιού σινεμά, που μετέτρεψε ο δήμος σε υπερσύγχρονη αίθουσα πολλαπλών χρήσεων στο ισόγειο, προσθέτοντας στην επωνυμία το σημαινόμενο ομηρικού ονείρου. Το θερινό απλώνεται στην ταράτσα υπό το άφθαρτο στέγαστρο των αστεριών.
Μυστήρια σχέση με τον χρόνο διατηρούμε και οι τρεις μαντράχαλοι που ’χε να μαζέψει απ’ τα σπίτια μας ο Βασίλης κι έτσι καθυστερήσαμε κάνα τεταρτάκι το σαββατόβραδο αμέσως μετά τον Δεκαπενταύγουστο. Στην είσοδο και τα πέριξ δεν σάλευε ψυχή. Ανεβήκαμε βιαστικά με τον ανελκυστήρα. Χαμογελαστός υπάλληλος μας κοίταξε με απορία από το κυλικείο. «Αρχισε;» ρωτήσαμε αλαφιασμένοι. «Μην ανησυχείτε, θα το βάλω τώρα» απάντησε ατάραχος και μας έκοψε τέσσερα εισιτήρια.
Περάσαμε στο εσωτερικό, αφού εφοδιαστήκαμε με τις σχετικές μπίρες, συνειδητοποιώντας πως συναπαρτίζουμε τους μοναδικούς θεατές. Διασκορπιστήκαμε στον χώρο για να κάνουμε μπούγιο και απολαύσαμε σε ιδιωτική προβολή εξαιρετικό παλιό ευρωπαϊκό σινεμά, τύφλα να ’χει το Χόλιγουντ. Το «Οναρ» μάς χάρισε μια βραδιά-όνειρο. Ορισμένα Οσκαρ και Χρυσές Σφαίρες μάς οδήγησαν προχθές στον «Θερινό Κινηματογράφο “Θανάσης Βέγγος”» της Αγίας Παρασκευής. Με ξένιζε εκείνο το «δωρεάν», ώσπου φτάσαμε στο πρώην Στρατόπεδο Σπυρούδη.
Αναυδοι διαπιστώσαμε πως η δημοτική αρχή τοποθέτησε απλώς καρέκλες σκηνοθέτη στο γκρο μπετόν επίπεδης επιφάνειας και κοτσάρισε αυτοσχέδια οθόνη στην οποία προβάλλονται ταινίες ποιότητας. Επικρατούσε αδιαχώρητο. Μυρμηγκιές ο κόσμος. Πολλοί κουβαλούσαν πλαστικά καθίσματα και σκαμπό απ’ το σπίτι. Οι μη προνοητικοί ακροβολίζονταν στα γύρω στηθαία. Το τσάμπα ασκεί ακαταμάχητη γοητεία στους Νεοέλληνες. Τους μεταβάλλει εν ανάγκη σε ακραιφνείς κινηματογραφόφιλους. Στην τελευταία προβολή το πλήθος αραίωσε οπωσούν. Τα σουβλάκια του μπαρ αποδείχτηκαν αριστούργημα και το έργο καθηλωτικό.
