ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πένθιμο δείλι κι ας μην ήταν φθινόπωρο, τέτοιες μέρες πριν από εξήντα έξι χρόνια, ο κοσμοπολίτης Κλέαρχος Νιάρχος ή Νεάρχου αναχωρεί από τα πολύβοα Παρίσια για τις ψυχρές, επουράνιες θάλασσες του Μουρμάνσκ, κληροδοτώντας μας πολύτιμα διαμάντια. Τα ποιήματα, τα πεζά, οι κριτικές, τα χρονογραφήματα, τα δοκίμια και τα ολοζώντανα ταξιδιωτικά κείμενά του αφήνουν βαθύ αποτύπωμα στα ελληνικά γράμματα. Σας αποχαιρετώ εν όψει θερινής αδείας με δεινό δείγμα της ποίησης του Κώστα Ουράνη, διότι όντως περί του Ουράνη πρόκειται. Καλή αντάμωση περί τα μέσα Αυγούστου.

Τα φορτηγά καραβια συλλογίζομαι/ που γέρασαν και τώρα λαβωμένα/ χωρίς ούτε μια βάρδια στο κατάστρωμα/ σαπίζουν στ’ ακρολίμανα δεμένα.// Τα φορτηγά καράβια που ταξίδεψαν/ στων πέντε των ηπείρων τα πελάγη/ απ’ του Μουρμάνσκ την παγερή τη θάλασσα/ ίσαμε του Αμαζόνα τα τενάγη.// Τους ναυτικούς, τους γέρους συλλογίζομαι/ που στα μεγάλα των χειμώνων βράδια/ με υπομονή κι αγάπη για τα εγγόνια τους/ –είτε γι’ αυτούς– μικρά φτιάχνουν καράβια.// Και δεν μπορούνε πια να ταξιδέψουνε/ μα κάθε μέρα ως το λιμάνι πάνε/ και άνεργοι, ανώφελοι και πένθιμοι/ σαν κάτι τι να χάσανε κοιτάνε.

Θα πεθάνω ενα πενθιμο του φθινόπωρου δείλι/ μες στην κρύα μου κάμαρα όπως έζησα· μόνος./ Στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν’ ακούω/ και τους γνώριμους θόρυβους που σκορπάει ο δρόμος.// Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι/ μέσα σ’ έπιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία./ Θα με βρουν στο κρεβάτι μου, θε να ’ρθεί ο αστυνόμος,/ θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία.// Απ’ τους φίλους που παίζαμε πότε πότε χαρτιά,/ θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: «Τον Ουράνη/ μην τον είδε κανείς; Εχει μέρες που χάθηκε…»./ Θ’ απαντήσει άλλος παίζοντας: «Μ’ αυτός έχει πεθάνει!».// Μια στιγμή θ’ απομείνουνε τα χαρτιά τους κρατώντας,/ θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι./ Θε να πουν: «Τι ’ναι ο άνθρωπος! Χθες ακόμα εζούσε!»/ και βουβοί το παιχνίδι τους θα αρχινήσουνε πάλι.// Κάποιος θα ’ναι συνάδελφος στα «ψιλά» που θα γράψει/ πως «προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένην,/ νέος γνωστός εις τους κύκλους μας, κάποτε είχε εκδώσει/ μια συλλογή ποιήματα πολλά υποσχομένην».// Κι αυτή θα ’ναι η μόνη του θανάτου μου μνεία./ Στο χωριό μου θα κλάψουνε μόνο οι γέροι γονιοί μου/ και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσσιους παπάδες,/ όπου θα ’ναι όλοι οι φίλοι μου – κι ίσως ίσως οι οχτροί μου./ Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι/ σε μια κάμαρα ξένη, στο πολύβοο Παρίσι./ Και μια Κέττυ θαρρώντας πως την ξέχασα γι’ άλλην,/ θα μου γράψει ένα γράμμα –και νεκρό θα με βρίσει.

H αγάπη α! Tι ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού/ και με τα μάτια στους νεκρούς τους δρόμους στυλωμένα·/ αν είναι να ’ρθει θε να ’ρθεί δίχως να νιώσεις από πού/ και πίσω σου πλησιάζοντας με βήματα σβησμένα// θε να σου κλείσει απαλά, με τ’ άσπρα χέρια της τα δύο/ τα μάτια που κουράστηκαν τους δρόμους να κοιτάνε,/ κι όταν γελώντας να της πεις θα σε ρωτήσει: «Ποια είμ’ εγώ;»/ απ’ της καρδιάς στο σκίρτημα θα καταλάβεις ποια ’ναι.// Δεν ωφελεί να καρτεράς… Αν είναι να ’ρθει θε να ’ρθεί./ Κλειστά όλα να ’ναι, θα τη δεις άξαφνα μπρος σου να βρεθεί/ κι ανοίγοντας τα χέρια της πρώτη θα σ’ αγκαλιάσει.// Ειδέ, κι αν έχεις ανοιχτή την πόρτα για να τη δεχτείς,/ και σαν φανεί τρέξεις σ’ αυτήν κι εμπρός στα πόδια της συρθείς/ αν είναι να ’ρθει θε να ’ρθεί αλλιώς θα προσπεράσει.