Σκάρτες δυο βδομάδες απόμειναν ίσαμε την κάλπικη κάλπη της 7ης Ιουλίου και άκρα του τάφου σιωπή επικρατεί στην προεκλογική σκηνή. Επείσακτος ο τέως τρόφιμος του Μαξίμου, μαζεύει άρον άρον τα μπογαλάκια του και δραπετεύει ακροποδητί για να μη γίνει ρεντίκολο στη γειτονιά. Επί τέσσερα συναπτά έτη κατέβαλλε τα ενοίκια σε λάθος σπιτονοικοκύρη και τον αφήνει απροστάτευτο το ενοικιοστάσιο. Ο πραγματικός ιδιοκτήτης, ο λαός, δεν συγχωρεί παρόμοιες παρασπονδίες και του κοινοποίησε αιφνιδίως την έξωση· κατραπακιά στο δοξαπατρί.
Τώρα ψελλίζει πού και πού ο αποπεμφθείς τίποτα ηρωικά ρεφρέν, μπας και ανυψώσει το καταρρακωμένο ηθικό των τεθλιμμένων συγγενών, πλην όμως, ηχούν σπαρακτικά πένθιμα προκαλώντας περαιτέρω οδυρμούς, θρήνους, κλαυθμούς και ολολυγμούς. Προτίθεται τάχα μου να γυρίσει το ματς ανατρέποντας το δυσμενές αποτέλεσμα από στημένη φάση στο ενενήντα: «Αν όχι εμείς, τότε ποιοι; Αν όχι τώρα, πότε;» κολλάει η βελόνα στους φάλτσους και ανομοιοκατάληκτους στίχους. Και κλάααμα η πλατεία· δακρυσμένα φέιγ βολάν τα φυλλοκάρδια της.
Ιδροκοπά στην απέναντι όχθη ο Κούλης –δεν αρθρώνω επώνυμο, καθότι προληπτικός–, επιβάλλοντας σιγήν ιχθύος. Οχι από σεβασμό στον πόνο του αντιπάλου. Αδιόρθωτα μαρτυριάρης ο ίδιος και υπερφίαλα φλύαροι οι επιτελείς του, τρέμουν μήπως αποκαλύψουν, οιστρηλατώντας διαρκώς στο γυαλί, αθέατες πτυχές του προγράμματος και λακίσει αυθωρεί το φιλοθέαμον κοινό. Προτιμά τους ψηφοφόρους βυθισμένους στον καναπέ. Δεν ριψοκινδυνεύει να τους ξυπνήσει, καίτοι δεν αποκλείεται να μαλακώσουν σαν πλαστελίνη τα κόκαλά τους απ’ το άραγμα, αδυνατώντας να σηκωθούν την κρίσιμη ώρα.
Βέβαιη θεωρεί τη νίκη και παραβλέπει το ενδεχόμενο να ξεχαστεί το πουλί στο κλουβί κι αυτός να βγει δεύτερος, αν και τρέχει μονάχος. Δεν αποτελεί σχήμα λόγου η φράση. Το έργο το ’χω ξαναδεί στους πανικαριακούς αγώνες. Στον καιρό μου διοργανώνονταν στο Φύτεμα καθ’ οδόν από τον Εύδηλο προς τον Αρμενιστή. Πρόκειται για βορινή, τρίγωνη, λιλιπούτεια παραλία, στρωμένη με χοντρή συμπαγή αμμουδιά.
Ο ανθός της νεολαίας του νησιού συγκεντρωνόταν εκεί, αμιλλώμενος, με τους παροιμιώδεις χαλαρούς του ρυθμούς, στην κολύμβηση και σε κλασικά αγωνίσματα. Χάρμα ιδέσθαι. Παρακολούθησα άπαξ τα αδρανή δρώμενα, αποκαλόκαιρο, περί τις αρχές του ’90. Τα θαλάσσια σπορ προγραμματίζονταν μεσημεριανές ώρες, αλλά το αυγουστιάτικο μελτέμι δυσχέραινε συνήθως τη διεξαγωγή τους κι έτσι οι επίδοξοι Μαρκ Σπιτς κατέληγαν άβρεχτοι σε παρακείμενο μπαρ, υγραίνοντας την απραξία τους σε δροσερά κοκτέιλ και σκληρότερα αλκοολούχα.
Σπανίως προσέφεραν ζωηρές συγκινήσεις ρίπτες και άλτες, οπότε το ’ριχναν στις μπίρες σε αντικρινά τραπεζάκια. Το ενδιαφέρον εστιαζόταν μοιραία στους δρόμους αντοχής, αφού «τετρακοσάρια» και «κατοστάρια» φάνταζαν ιλαροτραγωδία σε ταρτάν περιμέτρου 50 μ. το πολύ. Τα καμάρια της Ακαμάτρας, του Κουνιάδου, του Ξυλοσύρτη και του Καραβόσταμου αποθεώθηκαν, παίρνοντας θέσεις για τον δόλιχο των 5.000 μ. Ο ξανθός που πέρασε τους ρέστους εφτά-οχτώ γύρους, δεν άφηνε την παραμικρή αμφιβολία για το ποιος θα στεφθεί με το χρυσό, ώσπου μετ’ ολίγον ξάπλωσε ξεψυχισμένος στον στίβο. Πριν από το πρώτο χιλιόμετρο το σκηνικό επαναλήφθηκε άλλες έντεκα φορές και ο αγώνας έληξε άδοξα χωρίς νικητή. Εχει γούστο!
