Ευχάριστα μας εκπλήσσουν συχνά τα μικρά εκδοτικά εγχειρήματα του κέντρου και της περιφέρειας, καθότι τολμούν να τυπώνουν ποιοτικά βιβλία, τα οποία η πλειονότης των μεγάλων εμπορικών οίκων θα απέρριπτε ως οικονομικώς ασύμφορα. Βαστώ στα χέρια μου λεπτό τόμο εξήντα τεσσάρων σελίδων από τις εκδόσεις Πηγή, που εδρεύουν στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα. Τιτλοφορείται «Ξένος Παντού» και αποτελείται από αυτοτελείς αφηγήσεις με θέμα τη μετανάστευση και την προσφυγιά.
Λακωνικά συγκεφαλαιώνεται στο οπισθόφυλλο: «Ενα βιβλίο για τη φυγή, γεμάτο ξεριζωμούς αθέλητους, υποχρεωτικούς, με μόνες αποσκευές όνειρα κι ελπίδες. Με μάτια γεμάτα φόβο και προσμονή, με ένα δάκρυ έτοιμο να κυλήσει, με δυο χείλια κλειδωμένα. Ενα βιβλίο με ιστορίες ανθρώπων πέρα από τον χρόνο και τον χώρο, ανθρώπων που δεν έχουν πατρίδα. Ηρωες που μαζεύουν τα κομμάτια τους στον νέο τόπο, χτίζοντας τη ζωή τους απ’ την αρχή. Μα πώς να ζωντανέψεις τα όνειρα, όταν νιώθεις τριγύρω σου άδεια βλέμματα;».
Πρόκειται για πόνημα γραμμένο με πόνο ψυχής. Ο συγγραφέας Στέφανος Πίος, δάσκαλος επί τριάντα συναπτά έτη σε δημόσια σχολεία της Μαγνησίας, διηγείται το δράμα τεσσάρων ατόμων που αναγκάζονται υπό τραγικές συνθήκες να εγκαταλείψουν τη χώρα τους. Μοιάζουν εντελώς διαφορετικά από μας εκ πρώτης όψεως, κι όμως, η βιωματική αμεσότητα του πρώτου προσώπου που χρησιμοποιεί κι η ανθρωπιά που πυροδοτεί η θερμοκρασία του κειμένου μάς κάνουν να τα αισθανόμαστε απροσδόκητα οικεία, να ταυτιζόμαστε εν τέλει μαζί τους.
Ιδροκοπά η Αφέρ από την Αλβανία καθαρίζοντας νυχθημερόν σπίτια και ξενώνες στο νότιο Πήλιο. Ο άντρας της ξεθεώνεται στις οικοδομές και τα χωράφια. Δουλεύοντας την έπιασαν οι πόνοι της γέννας κι ασαράντιστη ξανάπιασε το σφουγγαρόπανο. Την παρηγορεί μονάχα ο γιος της κι η «Πόλις» του Καβάφη, που της υπενθυμίζει διαρκώς πως «είμαστε ό,τι κουβαλάμε μέσα μας».
Δύστροπη κι άδικη στάθηκε η μοίρα για τη Μίρα από τη Συρία. Με τον σύζυγό της έφεραν «κοντά τον Χριστό με τον Αλλάχ». Χριστιανή η ίδια, μουσουλμάνος ο αγαπημένος της Μαλίκ. Τον εκτέλεσαν οι τζιχαντιστές. Πληροφορήθηκε τον θάνατό του στο καταφύγιο και πήρε των ομματιών της. Βρίσκεται τώρα σε καταυλισμό στην Ελλάδα, πατρίδα του Σμυρνιού πρόσφυγα παππού της, και ζει με την ελπίδα να σμίξει με την κόρη της στη Σουηδία.
Αποσβολωμένη άφησε την οικουμένη η φωτογραφία του Παλαιστίνιου πατέρα να κρατά το άψυχο κορμί του παιδιού του, έπειτα από βομβαρδισμό της ισραηλινής Αεροπορίας. Κατόρθωσε ωστόσο να μετατρέψει το μίσος, που τον έθρεψε για χρόνια, σε αγάπη και αλληλεγγύη για τον συνάνθρωπο. Για τη νιόπαντρη που ’φυγε εργάτρια στη Γερμανία στις αρχές του ’60 τι να πεις. Η συγκλονιστική διαδρομή της ταιριάζει με τα βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα και την αφιέρωση στη σελίδα 3: «Στην Κούλα που δεν πρόλαβα να γνωρίσω». Πρόσφυγες κατά βάθος είμαστε όλοι εμείς!
