Μολονότι το κέρδισαν μετρημένοι στα δάχτυλα συμπατριώτες μας, έχω την εντύπωση πως η συντριπτική πλειονότης τών εντός των συνόρων συναδέλφων μου ιδεάζεται ότι δικαιούται να της απονεμηθεί προτού υπογράψει καν έστω και πρωτόλεια μονόστηλα. Αναφέρομαι ασφαλώς στο αμερικανικό Βραβείο Πούλιτζερ, που αποτελεί την ύψιστη παγκόσμια διάκριση στην έντυπη δημοσιογραφία και επιπροσθέτως στη λογοτεχνία και τη μουσική. Θεσπίστηκε από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια, κατόπιν διαθήκης του Μαγυαροαμερικανού εκδότη Τζόζεφ Πούλιτζερ, ο οποίος κατέλιπε σημαντικής αξίας κληροδότημα για τον συγκεκριμένο σκοπό. Πέτυχε διάνα, δυστυχώς, από σπόντα τον αχίλλειο τένοντα του ελληνικού Τύπου, όστις παράγει απείρως περισσότερα Πούλιτζερ απ’ όσα μπορεί να καταναλώσει το αναγνωστικό κοινό, καταπώς λέει μια ψυχή στο Μαξίμου για τα πολυθρύλητα φέικ νιουζ.
Ας είναι! Περί τα μέσα του 19ου αιώνα ο εβραϊκής καταγωγής μεγαλέμπορος σιτηρών Φούλοπ Πούλιτζερ παραβιάζει κατάφωρα τις επιταγές του Ταλμούδ και παντρεύεται από σφοδρό έρωτα στο Μάκο της Ουγγαρίας τη Γερμανίδα καθολική Ελίζ Μπέργκερ, η οποία αρνείται την αντισύλληψη λόγω θρησκευτικών προκαταλήψεων και γεννοβολά σαν κουνέλα. Πέφτει, όμως, περονόσπορος στην πολυπληθή φαμελιά και από τον διψήφιο αριθμό των τέκνων της διασώζονται προς την εφηβεία μόνο ο βενιαμίν Αλβέρτος και ο λίγα χρόνια μεγαλύτερός του Ιωσήφ, Σήφης δηλαδή ή Ζοζέφ, για τους φίλους Τζόζεφ, που πρωταντικρίζει το φως, σαν σήμερα το 1847. Το 1853 εγκαθίστανται οικογενειακώς στη Βουδαπέστη και τα δύο αγόρια φοιτούν σε ιδιωτικό γαλλόφωνο και γερμανόφωνο σχολείο.
Κτύπημα βαρύ της μοίρας τούς στερεί τον πατέρα, καθώς ο Ζοζέφ διάγει τα έντεκα. Η μάνα τους ξαναπαντρεύεται με πλούσιο επιχειρηματία κι αρχίζει να τους αραδιάζει δεύτερο τσούρμο αδέλφια. Παλιοχαρακτήρας ο πατριός, κάνει τη ζωή του Σήφη πατίνι, δεν αντέχει ο δύστυχος και παίρνει των ομματιών του. Στην απόγνωσή του ψάχνεται να καταταγεί στο αυστριακό στράτευμα, τον κρίνουν καχεκτικό και εύθραυστης κράσης οι επιτελείς και τον στέλνουν από κει που ’ρθε. Τα ίδια κι η γαλλική Λεγεώνα των Ξένων κι η εγγλέζικη στρατιά των Ινδιών. Παρ’ ελπίδα τον δέχεται το αμερικάνικο ιππικό των Βορείων, κάνει το υπερατλαντικό ταξίδι με πληρωμένα τα ναύλα και βρίσκεται να τουφεκάει του κάκου στα χαρακώματα του εμφυλίου.
Ο πόλεμος δεν είναι το στοιχείο του. Τον ξεκουφαίνουν κι οι καραμούζες. Ο υπίλαρχος τον απολύει με τιμητικό έπαινο. Εγκαταλείπει τα ένδοξα πεδία των μαχών, αλλά στη Νέα Υόρκη, όπου καταφθάνει, οι δουλειές είναι καπαρωμένες απ’ τους βετεράνους των νικητών. Δεν σκαμπάζει και γρυ αγγλικά, τρομάρα του. Απελπισμένος, λοιπόν, αναχωρεί για τα μέρη των ηττημένων. Καταμεσής του Μισισιπή, στο βαπόρι προς το Σεντ Λούις, γεμίζει κάρβουνο με το φτυάρι την άτιμη ατμομηχανή, εξασφαλίζοντας το εισιτήριο κι ένα πιάτο άνοστο φαΐ. Δεινοπαθεί στα πιο απίθανα μεροκάματα, καθαρίζοντας τις καβαλίνες των μουλαριών στους στρατώνες Τζέφερσον και θάβοντας πτώματα στην επιδημία της χολέρας. Ωσπου, εντελώς αναπάντεχα, συναντιέται με τη δημοσιογραφία. (Συνεχίζεται)
