ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΤΟ ΨΩΜΙ Ενα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό ψωμί,/ είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό,/ ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι/ έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω,/ όμως και μία μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος/ κι αυτή μ’ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε/ κομμάτια γνήσιο ουρανό/ κι όλοι τώρα τρέχαν σ’ αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,/ όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό!/ Ας μην το κρύβουμε./ Διψάμε για ουρανό.

ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ Εκοψα το κεφάλι μου/ το ’βαλα σ’ ένα πιάτο/ και το πήγα στο γιατρό μου.// – Δεν έχει τίποτε, μου είπε,/ είναι απλώς πυρακτωμένο/ ρίξε το μέσα στο ποτάμι και θα ιδούμε.// Το ’ριξα στο ποτάμι μαζί με τους βατράχους/ τότε είναι που χάλασε τον κόσμο/ άρχισε κάτι παράξενα τραγούδια/ να τρίζει φοβερά και να ουρλιάζει.// Το πήρα και το φόρεσα πάλι στο λαιμό μου/ γύριζα έξαλλος τους δρόμους/ με πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή.

ΕΙΔΑΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ απ’ την αλλόκοτη σκοπιά της οργής και του πάθους τα εξαγωνομετρικά μάτια που σφαλίστηκαν τέτοιες μέρες του 2005. Επί εβδομήντα χρόνια προηγουμένως επιδίδονταν σε οδυνηρά μακροβούτια στους απροσπέλαστους ποταμούς της ύπαρξης. Κάρφωσαν έπειτα τα λασπωμένα νερά τους στο χαρτί κι έγδαραν τις ψυχές μας. Επανερχόμαστε στον Μίλτο Σαχτούρη και την ποίησή του.

ΧΕΙΜΩΝΑΣ Τι ωραία που μαραθήκαν τα λουλούδια/ τι τέλεια που μαραθήκαν/ κι αυτός ο τρελός να τρέχει στους δρόμους/ με μια φοβισμένη καρδιά χελιδονιού/ χειμώνιασε και φύγανε τα χελιδόνια/ γέμισαν οι δρόμοι λάκκους με νερό/ δυο μαύρα σύννεφα στον ουρανό/ κοιτάζονται στα μάτια αγριεμένα/ αύριο θα βγει στους δρόμους και η βροχή/ απελπισμένη μοιράζοντας τις ομπρέλλες της/ τα κάστανα θα τη ζηλέψουν/ και θα γεμίσουν μικρές κίτρινες ζαρωματιές/ θα βγουν κι οι άλλοι έμποροι/ αυτός που πουλάει τ’ αρχαία κρεβάτια/ αυτός που πουλάει τις ζεστές-ζεστές προβιές/ αυτός που πουλάει το καυτό σαλέπι/ κι αυτός που πουλάει θήκες από κρύο χιόνι/ για τις φτωχές καρδιές.

ΟΤΑΝ κλείνω τα μάτια/ ξεκινάει από μακριά/ η αγαπημένη έρχεται/ και με κοιτάζει// όταν σβήνω το φως/ έρχεται ο θάνατος και/ μου φιλά τα χέρια.

ΤΑ ΔΩΡΑ Σήμερα φόρεσα ένα/ ζεστό κόκκινο αίμα/ σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν/ μια γυναίκα μού χαμογέλασε/ ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι/ ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί.// Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο/ καρφώνω πάνω στις πλάκες/ τα γυμνά ποδάρια των περαστικών/ είναι όλοι τους δακρυσμένοι/ όμως κανείς δεν τρομάζει/ όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα/ είναι όλοι τους δακρυσμένοι/ όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες/ και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια/ στον ουρανό.// Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν/ τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;/ ναι την καρδιά μας καρφώνει/ ώστε λοιπόν είναι ποιητής.