Το προσωπικό του ύφος ανέτρεψε την παραδοσιακή αφηγηματική φόρμα και, επηρεάζοντας ουκ ολίγους σύγχρονους και κατοπινούς του, έδωσε νέα πνοή στα ελληνικά γράμματα. Ο λόγος για τον παραγνωρισμένο δημοσιογράφο της Ντόιτσε Βέλε και συγγραφέα Αλέξανδρο Σχινά, που εγκατάλειψε τα εγκόσμια σαν σήμερα το 2012. Ιδού δεινό δείγμα:
Περί εκατόγχειρος (επιλογή): «Αυτή η προκήρυξη πρέπει να πάει από χέρι σε χέρι», ειπώθηκε σε μια συνωμοτική συνεδρίαση. «Δώστε τη σ’ εμένα!», πρότεινε ο Εκατόγχειρ./ Ο Εκατόγχειρ εκτιμούσε ιδιαιτέρως έναν βραδύγλωσσο επειδή του έλεγε: «Ασπάζομαι τας χειρ-χειρ-χειρ-χείρας σας»./ Ο Εκατόγχειρ στάθηκε εμπρός στο ορφανοτροφείο, ύψωσε τα χέρια του και ικέτευε τους περαστικούς: «Μην αδικείτε τας χείρας και τα ορφανά!»./ Μετά την επίσκεψη του Εκατόγχειρος η χειρομάντις μεταφέρθηκε στο ψυχιατρείο./ Η εξακρίβωσι της γνησιότητας των ιδιοχείρων κειμένων του Εκατόγχειρος προκαλεί δισεπίλυτα προβλήματα στη γραφολογία./ Ο Εκατόγχειρ απελύθη ως καθηγητής από τη δημοτικιστική σχολή κωφαλάλων λόγω υπερβολικού πλούτου λεξιλογίου./ Ο Εκατόγχειρ προσπάθησε να κατακτήσει την Αφροδίτη της Μήλου: «Θα σου δώσω όσα θέλεις»./ Σ’ έναν ρομαντικό περίπατο χέρι χέρι, ο Εκατόγχειρ αποτόλμησε μια εξομολόγηση: «Σας αγαπώ τρελά όλες σας. Ελάτε στις αγκαλιές μου!».
Ο ζύθος: Πέρα απ’ τα σύνορα των ανθρώπων/ πέρα από τα υγρά βαθύσκια δάση της Αγάπης/ κι απ’ τις γυμνές βραχοκορφές του Λογισμού/ στο κέντρο μιας ατέρμονης ερήμου/ υπήρχανε κοιτάσματα ενός σπάνιου ισότοπου της Λύτρωσης./ Είχα εγκύψει σε παμπάλαιους χάρτες, και υποψιάστηκα./ Είχα μιλήσει σε σοφούς και έμαθα./Βαθιά είχα ονειρευτεί και πίστεψα./ Ξεκίνησα για κει…/ Την πρώτη μέρα, έξω από την πόλη, συνάντησα ένα υπαίθριον κέντρον:/ Ζυθεστιατόριον Η Ανεσις./ Είπα να κάμω κομμάτι στέκι εκεί, να πιω έναν ζύθον./ Ο κήπος ήταν δροσερώτατος και τα καθίσματα εξόχως αναπαυτικά./ Κρυμμένα μέσα στα φυλλώματα ακούγονταν τζιτζίκια και πουλιά./ Και ο ζύθος απεδείχθη γευστικώτατος./ Ενιωσα, ξάφνου, τόσο μαγεμένος, ώστε παρήγγειλα και άλλον ζύθον…/ Με δυσφορία διενοήθην, προς στιγμήν/ το ενδεχόμενον της συνεχίσεως του ταξιδίου μου./ Ηρχισα, ήδη, να συλλαμβάνω το επισφαλές του όλου εγχειρήματος./ Παρήγγειλα και τρίτον ζύθον…/ Τα όνειρα, εσκέφθην, είναι, βεβαίως, απατηλά./ Αι γνώμαι των σοφών ερμητικαί και αλληλοσυγκρουόμεναι./ Οι χάρται τους οποίους συνεβουλεύθην, οι παμπάλαιοι χάρται/ ήσαν ενδεχομένως λανθασμένοι. Χωρίς πολλήν χρονοτριβήν, κατέληξα εις σαφήν επίγνωσην/ του ανεπαρκούς των αρχικών μου δεδομένων./ Οθεν έλαβα την απόφασιν να μην κουνήσω ρούπι από κει!/ Επιπροσθέτως δε, παρήγγειλα και τέταρτον, και πέμπτον, και έκτον ζύθον!../ Και άλλους ζύθους… – πολλούς ζύθους!../ Κι απέ: ουζάκια!..
Το άνθος (επιλογή): Οταν περί το μεσονύκτιον, επιστρέφοντας,/ […] πρόβαλε κείνο το αβρό παρθενικό χεράκι/ και μας το επέταξε τρέμοντας,/ εμείς, όλως ανέτοιμοι και αναρμόδιοι ως είμεθα,/ το αρπάξαμε μηχανικά στον αέρα/ και το φάγαμε- το άνθος! Καταλαβαίνετε;/ Το φάγαμε, το μασουλήσαμε και αυτό,/ με την ίδια ακριβώς ανευθυνότητα/ που όλη τη μέρα μασουλούσαμε/ στραγάλια και παστέλια και μαντζούνια!../ Ω ! ασφαλώς, ασφαλώς!/ Αυτό το άνθος δεν πρέπει,/ δεν μπορεί να ήτανε για μας!..»
