ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ηταν η επομένη της Πρωτοχρονιάς του 1911. Σ’ ένα πέτρινο σπίτι στη Χώρα της Σκιάθου, ο παππούς μας ο κυρ-Αλέξανδρος μετρούσε τις αντοχές του στην κορυφαία μάχη του βίου, την τελική, αυτήν με τον Αρχοντα του Αδη, όπου από την έκβασή της κανείς θνητός στον κόσμο αυτόν δεν εξήλθε μέχρι σήμερα νικηφόρος. Σωνόταν πια το λαδάκι του! Ξαπλωμένος σ’ ένα στρώμα παλιό, ριγμένο κατάχαμα, ακουμπισμένος στη φαρδιά μαξιλάρα που υποστήριζε για καιρό τα αποκαμωμένα του μέλη, φαινόταν σαν να είχε πιάσει κρυφή κουβέντα με ξωτικές δυνάμεις ή σαν να είχε βυθιστεί στην προσευχή. Είχε πλέον επέλθει ο απόλυτος κάματος της ψυχής και η σχεδόν ακαμψία του σώματος…».

Ο Θωμάς Κοροβίνης στο τομίδιο «Το αγγελόκρουσμα, η τελευταία νύχτα του κυρ-Αλέξανδρου» (Αγρα, 2012) αποτίει τιμή στον Παπαδιαμάντη, που αναχώρησε σαν σήμερα για τα επουράνια ρόδινα ακρογιάλια του, ανοίγοντας προηγουμένως «βαθιές τομές στα μεταλλεία της ψυχής». Εξοφλεί το δικό του χρέος και συνάμα το δικό μας, τολμώντας να τον παραστήσει λογοτεχνικό ήρωα, ξαπλωμένο στην ταπεινή νεκρική του στρωμνή, με τις τέσσερις αδελφάδες του να ξενυχτούν στο προσκέφαλό του και να τον ακούν να συνομιλεί με τους πρωταγωνιστές του έργου του σε μια άκρως συγκινητική ατμόσφαιρα. Ιδού απάνθισμα του λοίσθιου λόγου:

«Παθός είμαι και ξεύρω, σπλάχνο των σπλάχνων σου είμαι, παθημένε λαέ. Πόσες φορές σε εγέλασαν οι δώρα φέροντες κόλακες, ξένοι εξ Εσπερίας. Μα κι εδικοί μας, εκείνοι οι πολιτικάντηδες, οι χαλασοχώρηδες, που σου τάζουν και σου τάζουν σκοπούντες να σου αρπάσουν τα ολίγιστα τ’ άσπρα σου, να διαγουμίσουν το είναι σου, να συνάξουν στο πουγκί τους πονηρώς τον παρά σου! Αμποτε να εγκατέλειπα τον κόσμον τούτον διαψευσθείς. Μα δυστυχώς αληθεύουν».

«Αμάρτησα Κύριε, κατά πνεύμα με μιαν εξαδέλφη μου, ξεμυαλίστηκα, ομολογώ, με τη Μαχούλα. Αμάρτησα, ναι. Της έδωσα πρόσωπον σε δύο διηγήματα… “και είδα πράγματι ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις το κύμα γυμνή, κι ελούετο… Ηξευρε καλώς να κολυμπά.. Ητον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα… Ητον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον… Ητον νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων”».

«Χάνω τη λαλιά μου, σβήνει η ανάσα μου. Αγγελοκρούομαι. Η Κυρατσούλα μου αγγίζει το μέτωπο, το σφουγγά μαλακά μ’ ένα λευκό πεσκίρι. Επειτα γονατίζει εμπρός μου, προσεύχεται. Κλαίει σιωπηλά. Μη λυπάσαι καθόλου, κόρη μου! Αυτά είναι τα χαΐρια του ανθρώπου. Αφήστε με, ψελλίζω, να αναπαυτώ, και μου φεύγει ένα δάκρυ. Θέλω να μείνω μοναχός μου απόψε. Είναι δύο της νυκτός, λέει η Χαρίκλεια. Μ’ ατενίζουν κι οι τέσσερις κι αποχωρούν. Ολα λευκά τα βλέπω απ’ το παράθυρο, χιών βαρεία. Ερχονται πλέον τα λοίσθια! Είναι σκληρός, είναι ασήκωτος για μας ο ντουνιάς ετούτος. Κι εμείς “άχθος αρούρης”… Φέρνω τη δεξιά μου και σφαλνώ τα καπάκια των ομματιών μου, τις εκούρασα τις ομογάλακτες, μην τις βάνω και την υστερνή μου στιγμή, τις βαριόμοιρες, και σε άλλον, περιττόν έτι κόπον».