Τον ταλαίπωρο γελωτοποιό κάλεσε ο Γάλλος βασιλιάς στην αίθουσα ακροάσεων με τους σφουγγοκωλάριους εν απαρτία. Κόντευε μεσημέρι και αναζητούσε εναγωνίως εκκεντρικούς τρόπους να διασκεδάσει τη θανάσιμη πλήξη του. «Ακουσέ με καλά» τον πρόσταξε. «Θέλω ώς το σούρουπο να κάνεις την πιο απαίσια πράξη, αλλά η αιτιολόγησή της να ’ναι ακόμα πιο αποτρόπαιη. Ειδάλλως η κολοκυθόμορφη κεφαλή σου θα αποκολληθεί από τούτο τον τριχωτό τράχηλο. Δες, ο δήμιος τροχίζει ήδη το λεπίδι της γκιλοτίνας».
Ο δόλιος καλλιτέχνης κατείχε αρκούντως τη μιμική, άφθονα ευτράπελα ταχυδακτυλουργικά κόλπα, αλλοπρόσαλλες χορευτικές φιγούρες και μπορούσε να σαρκάζει τις κυρίες επί των τιμών προς τέρψιν των άτιμων παρατρεχάμενων ανδρών. Επρόκειτο για αξιοπρεπέστατο επαγγελματία. Το κακό με τον αφέντη του, όμως, είχε παραγίνει τελευταία. Του ζητούσε ανήκουστα πράγματα, ολοένα και πιο εξωφρενικά. Εστυψε την κούτρα του, λοιπόν, που έστεκε αβέβαια στον λαιμό του μπας και κατεβάσει τη δέουσα ιδέα που θα την έσωζε από την καρμανιόλα.
Υπερασπιζόταν επαξίως εκείνη σε ακραίες περιστάσεις τόσο τον εαυτό της όσο και το κλονισμένο σώμα του κλόουν. Επειτα από ενδελεχή και σχετικά σύντομη σκέψη βρήκε τη λύση του γρίφου. Απέμενε στον κωμικό να διευθετήσει ορισμένες λεπτομέρειες σκηνοθετικής υφής. Βυθισμένος στην ακατανίκητη ανία του ο μονάρχης, ακουμπάει το απόγευμα το κιγκλίδωμα της δυτικής βεράντας των ανακτόρων παρουσία σύσσωμης της αυλής, με το ράθυμο βλέμμα του στραμμένο στις αποχρώσεις του δειλινού.
Μετερχόμενος αστείους μορφασμούς ο σαλτιμπάγκος πλησιάζει ακροποδητί τον ανυποψίαστο ρήγα, φθάνοντας αθέατος ώς την πλάτη του και θωπεύοντας τον πισινό του. Αιφνιδιασμένος ο άναξ γυρίζει προς το μέρος του και τότε ο γελωτοποιός καρφώνει τον παράμεσο στην επίμαχη σχισμή. «Πώς τολμάς;» ρωτάει αυστηρά ο εμβρόντητος βασιλιάς. «Συγγνώμη, μεγαλειότατε, σας πέρασα για την υψηλοτάτη» τα μπαλώνει εκείνος, προκαλώντας τους ξεκαρδιστικούς καγχασμούς της ομήγυρης.
Προνόμιο της σάτιρας αποτελεί, δίχως άλλο, η παρώδηση του πολιτικού και κοινωνικού βίου, η καταγγελία των πρωταγωνιστών της δημόσιας σφαίρας με ειρωνικούς υπαινιγμούς, ώστε οι επικρινόμενοι να αντιμετωπίζουν με αμήχανα και υποκριτικά χαμόγελα και τους πλέον χοντροκομμένους χλευασμούς. Από το αλήστου μνήμης καλοκαίρι του 2015 η λέξη «κωλοτούμπα», που παραπέμπει στον ΘΑλέξη, μετεβλήθη σε διεθνή όρο της πολιτικής επιστήμης και αναφέρεται συχνά πυκνά ως «kolotoumba» από τον διεθνή Τύπο και ηγέτες της αλλοδαπής.
Απαγορεύεται, μολαταύτα, διά ροπάλου η υπόμνησή της στο Μαξίμου, καθότι στο σπίτι του κρεμασμένου αποφεύγουν να ομιλούν για σκοινιά. Σκηνοθετήθηκε στο μέγαρο χριστουγεννιάτικη παράτα με καλεσμένους μαθητές του Δημοτικού και κάποιον ευφυή τσιρκολάνο ταχυδακτυλουργό, ο οποίος ζήλεψε τη δόξα του Γάλλου γελωτοποιού και έβαλε τον τωρινό του ένοικο να επαναλάβει μπροστά στις κάμερες τις αθώες λεξούλες «άμπρα κατάμπρα, τούμπα τουλούμπα, κάνε μια τούμπα και μια κωλοτούμπα». Μισογέλασε τάχα η πρωθυπουργάρα μας καταλαβαίνοντας την καζούρα και χρέωσε τη νύφη στον Τσάκα-λόττο. «Ο νέος υπουργός Οικονομικών, παιδιά» σύστησε αστειευόμενος τον μάγο.
