ΠΛΗΡΗΣ ΗΜΕΡΩΝ και βιωμάτων πεθαίνει τέτοιες μέρες του 1974, στην Αθήνα. Μορφές, όμως, σαν τον Κώστα Βάρναλη –διότι περί του Βάρναλη πρόκειται– μένουν ολοζώντανες στη συλλογική μνήμη να φωτίζουν τα κακοτράχαλα μονοπάτια των γενεών που έρχονται και θα ’ρθουν. Ιδού ταπεινή και σύντομη ανθολόγηση κοινωνικών, σατιρικών και αυτοσαρκαστικών στίχων του:
ΣΥΜΠΟΣΙΟ Ανοίχτε στα τραπέζια απλοχωριά/ για την ωριά,/ που με τ’ αψό/ κορμάκι θα προβεί το μελαψό// να χορέψει. Κι απά στα φιδωτά/ ψηφιδωτά/ απλώστε, ω νια/ σκλαβόπουλα, τα φρέσκα γιασεμιά.// Και φέρε σε κροντήρι ξομπλιαστό/ κρασί λιαστό/ κι άλλο κρασί,/ με τα μικρά τα δαχτυλάκια εσύ.// Και στις κολόνες, που πρασινωπά/ κλαριά νωπά,/ κισσού κλαριά,/ με τα κομμένα φύλλα και τ’ αριά// τις ζώνουνε για την καλή γιορτή,/ ας μπούνε ορτοί/ και σιμωτά/ καθρέφτες με στεφάνια ασημωτά:// να χιλιάζουν το κάλλι της τ’ αχνό/ μες στον αχνό,/ όπου γι’ αυτή/ θα βγάνει όσο λιβάνι θ’ αναφτεί.// Ω! υψώστε τις φωνούλες τις ψιλές!/ Τις αψηλές/ δάδες, ω νιοι,/ χαμηλώστε! Τα πέπλα της ανεί// και τα πετάει! Και λάμπει στο γερό,/ το λυγερό/ κορμί που αχεί,/ οι σκιές που με νάρδο έχουν βραχεί.// Φουντώσαν οι καπνοί της κεφαλής// Φαλλής! Φαλλής!/ Με την ορμή,/ που ακράτητο μας κάνει το κορμί,// ας πάρει όποιο κορίτσι κάθε νιος/ ομορφονιός,/ μα τη Γοργώ,/ τη φλόγα τη χορεύτρα, μόνο εγώ!
ΣΚΕΡΤΣΟ Περνούσε με κοντά σοσόνια/ (αυτή κι όχι άλλ’) η χήρα η Σόνια/ και σήκωνεν αχό κι αντάρα/ η σαραντάρα, η σαραντάρα!// Ακράταγοι και θαμαστοί/ καλπάζανε γοφοί, μαστοί/ με τα βιολιά της μουσικής/ – ολάκερη φύλλον συκής!// Μπροστά σε κόκκινο πανί/ τάβροι φρουμάγαν Ισπανοί/ και τυφλορμούσανε μπροστά σου!/ -Καμάκωσέ μας, αλλά.. στάσου!
ΑΪ ΣΤΡΑΤΗΣ Αφού μας εσκοτώναν με το ζόρι/ στα μακελειά τους χρόνια οι μπαζαδόροι/ κι αφού μας εσκοτώνανε πιο φίνα/ στα χρόνια της ειρήνης με την πείνα,// αφού μας εσκοτώναν έτσι, αιώνες/ οι μασκαράδες κι οι απατεώνες,/ του γδικιωμού, συντρόφοι, η ώρα φτάνει./ Αρπάχτε το σφυρί και το δρεπάνι!// Τελειώσανε τα λόγια και τ’ αστεία./ Ολούθε τρίζει η σάπια πολιτεία,/ κάνει νερά και γέρνει το καράβι./ Δεν το σώζουν των φασιστών οι μπράβοι.// Εμπρός, παιδιά, με τα γερά μας μπράτσα/ των ληστών να σαρώσουμε τη ράτσα./ Απ’ τα μπουντρούμια και την εξορία/ η νέα του Κόσμου ξεκινά Ιστορία.
ΤΡΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΙ Ζηλεύω σου το θάρρος, Καρυωτάκη,/ να σμπαραλιάσεις την τρανή καρδιά,/ και την κακοτυχιά σου, Ολύμπιε Τάκη,/ να σε πάρουν τα κύματα βαθιά.// Με πάει γελώντας ο Χάρος στα εκατό μου,/ σιχάθηκα τον άχαρο εαυτό μου./ Σπλαχνίσου με, καταραμένε Χάρε,/ κι αν όχι εμέ, τη θύμησή μου πάρε.// Οσο τα περασμένα ανακαλώ,/ τόσο δε βρίσκω τίποτα καλό./ Πόνοι, αρρώστιες, με κάναν μοιρασιά,/ μα θα πάω μονάχα από σιχασιά.
