ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΤΙΣ ΑΛΗΣΤΟΥ ΜΝΗΜΗΣ ΕΠΟΧΕΣ που το ερυθρό χρώμα υπομένει τα πάνδεινα και έχει ατονίσει εντελώς, θυμίζοντας θαμπωμένη, έρημη χώρα, καθώς κυριαρχούν οι πεντακόσιες αποχρώσεις των ξεθωριασμένων κόκκινων γραμμών του ΣΥΡΙΖΑ, φωτίζουν γνήσιοι ύσγινοι, λαμπροί άλικοι στίχοι του φλόγινου ποιητή Λάμπρου Πορφύρα, ο οποίος αναχώρησε για τις επουράνιες ρίμες τέτοιες μέρες του 1932. Ιδού δεινό δείγμα:

ΤΟ ΣΤΕΡΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ Πήραν στρατί στρατί το μονοπάτι/ βασιλοπούλες και καλοκυράδες,/ από τις ξένες χώρες βασιλιάδες/ και καβαλλάρηδες απάνω στ’ άτι.// Kαι γύρω στης γιαγιάς μου το κρεβάτι,/ ανάμεσ’ από δυο χλωμές λαμπάδες/ περνούσανε και σαν τραγουδιστάδες/ της τραγουδούσαν -ποιος το ξέρει;- κάτι.// Kανείς για της γιαγιάς μου την αγάπη/ δε σκότωσε το Δράκο ή τον Aράπη/ και να της φέρει αθάνατο νερό.// H μάνα μου είχε γονατίσει κάτου·/ μ’ απάνω -μια φορά κι έναν καιρό-/ ο Aρχάγγελος χτυπούσε τα φτερά του.

Η ΘΑΜΠΩΜΕΝΗ ΧΩΡΑ Πολλές φορές στου δειλινού τη μυστική την ώρα,/ όταν γυρνώ με την ψυχή βαριά συλλογισμένη,/ πολλές φορές στην ερημιά βγαίνει μιαν άυλη χώρα,/ μια χώρα πάντα σιωπηλή και πάντα θαμπωμένη.// Tα σπίτια της είναι κλειστά κι είναι παλιά. Kλωνάρια/ ξεβγαίνουν μέσ’ απ’ τις φτωχές αυλές, τις ρημαγμένες,/ στους τοίχους, στα κατώφλια τους, φυτρώνουνε χορτάρια/ κι οι στέγες μες στην πράσινη τη μούχλα είναι ντυμένες.// […] A! Kαθώς μπαίνω στ’ άχαρα τα βραδινά στενά της,/ κανένας δεν υπάρχει πια να βγει να μ’ απαντήσει,/ εγώ είμαι ο μόνος κι ο στερνός που τα περνώ διαβάτης·/ θυμάμαι αγάπες· σβήνεται το λίγο φως στη δύση.// Σβήνεται αγάλια ολότελα. Κι η χώρα η θαμπωμένη/ μαζί μ’ εκείνο σιωπηλή βυθίζεται μακριά μου,/ γυρνάω σκυφτός. Kι αλλοίμονο! τριγύρω μου δε μένει/ παρά η νυχτιά, κι η σκοτεινιά κι η ατέλειωτη ερημιά μου.

ΔΕΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ Χριστέ μου, δώσ’ του τη χαρά, τη μόνη που μπορούσε/ να σου ζητήσει απάνω εκεί νοσταλγικά η ψυχή του/ κάνε το θάμα κι άσε τον να ζήσει όπως εζούσε/ σε μια μεριά που, τάχατες, να μοιάζει στο νησί του.// Να ’ναι τα βράχια στο γκρεμό βαθιά κουφαλιασμένα,/ να ’χει σωριάσει η θάλασσα στην αμμουδιά τα φύκια,/ κι αράδα αράδα στο γιαλό δεμένα, αποσταμένα,/ να σιγοτρίζουν τα φτωχά σκιαθίτικα καΐκια.// Να ’ναι οι νησιώτισσες οι γριές, κι οι νιες, οι πεθαμένες/ αυτές που τις θλιμμένες τους μας έλεγε ιστορίες/ να γνέθουν το λινάρι οι γριές στην πόρτα καθισμένες,/ και δίπλα στα παράθυρα ν’ ανθίζουν οι γαζίες.// Κι ύστερα ακόμα να ’ναι ελιές, και να ’ναι κυπαρίσσια,/ σκυμμένα να ’ναι και το φώς τ’ αχνό να προσκυνάνε,/ να τονε περιμένουνε στον κάμπο τα ξωκκλήσια/ και την καμπάνα τους μακρυά οι αγγέλοι να χτυπάνε.// Δώσ’ του, Χριστέ μου, τη στερνή χαρά να ιδεί και πάλι/ τη γνώριμή του τη ζωή κοντά στ’ ακροθαλάσσι!/ Αχ, έτσι αθώα, κι έτσι απλά κι αγνά την είχε ψάλει,/ που της αξίζει εκεί ψηλά μαζί μ’ αυτόν ν’ αγιάσει!..