Φίνα υφάσματα παραγωγής του εργοστασίου των Οινοφύτων διοχετεύονταν στην έτερη εταιρεία της Ελπινίκης, που, με προνομιακότατους όρους σε περιβάλλον άκρατου ανταγωνισμού, εξασφάλιζε εξαιρετική πρώτη ύλη. Γνώριζε καλά η τέως αοιδός -αηδόνι που σίγησε άδοξα- τι ζητούν οι γυναίκες κι είπε να τους το σφυρίξει μελωδικά στα ράφια των καταστημάτων ένδυσης, προσφέροντας βολικά, ανθεκτικά, ποιοτικά ρούχα στην τελευταία λέξη της μόδας και σε απίστευτα προσιτές τιμές. Προσέλαβε νεαρές σχεδιάστριες, άρτι αποφοιτήσασες από τη σχολή. Διάλεξε αρχικά τρεις από τις σαράντα δύο που είδε στην οντισιόν, με κριτήριο την αγάπη προς το αντικείμενο, την όρεξη για δουλειά και τις ρηξικέλευθες εμπνεύσεις.
Προτίμησε όσες στροφάριζε ανάστροφα το μυαλό τους. Το ενθάρρυνε να φεύγει ελεύθερα και να επιστρέφει την κρίσιμη ώρα. Τις μύησε στη φιλοσοφία της και, υπό τις διακριτικές της οδηγίες, σε λίγους μήνες φυσούσαν κυριολεκτικά. Εραβε, ό,τι σχεδίαζαν και περνούσε από τελική έγκριση, σε τρία-τέσσερα κομμάτια και τους το ’δινε να το φορέσουν. «Στάσου, κάτσε, σήκω, τεντώσου, σκύψε, περπάτα, τρέξε, πάρε ανηφοριές και κατηφοριές, πήδα, σκαρφάλωσε, κάνε κωλοτούμπες», προέτρεπε κάθε μια. «Τράβα σε θέατρα, σινεμάδες, συναυλίες, γήπεδα. Μπες σε καφετέριες, μπαρ, εστιατόρια, μεγάλους συνωστισμούς. Αραξε σε παγκάκια, πολυθρόνες, καναπέδες, ξάπλωσε, στριφογύρνα. Ταλαιπώρησέ το μια βδομάδα κι ύστερα διορθώνουμε τις ατέλειες».
Τα μοντελάκια που επινοούσαν έσκιζαν χασέδες. Τα ίδια δεν πάθαιναν τίποτα. Παρέμεναν κομψά, πρακτικά και αθάνατα. Το πρώτο πρατήριο άνοιξε στον Κορυδαλλό. Χωρίς μόστρες και μεγαλεία. Μια τρύπα σε πάροδο με ευδιάκριτο, όμως, το σήμα της φίρμας. Δεν διέθετε καν βιτρίνα. Στόμα με στόμα το μάθαιναν οι πελάτισσες. Μία ψώνιζε, δέκα έστελνε. Σιγά σιγά αυξάνονταν οι πωλήσεις και μαζί η παραγωγή και η ποικιλία. Νοικιάστηκαν υποκαταστήματα στη Νέα Ιωνία και στα όρια Παγκρατίου-Βύρωνα. Ακολούθησε το Περιστέρι, η Ηλιούπολη και η Σόλωνος για τις φοιτήτριες. Φεβρουάριο του 1991 εγκαινιάστηκε η ναυαρχίδα στο κέντρο του Πειραιά. Στο Μαρούσι, το Χαλάνδρι, την Πατησίων και τη Γλυφάδα έσπασαν ταμεία, όπως και στην Ερμού. Ο χρυσός κρίκος της αλυσίδας έλαμψε στην Πατριάρχου Ιωακείμ το ’93. Θρίαμβος.
Η Ελπινίκη είχε κατακτήσει τη μεσαία τάξη, που διευρύνθηκε στα χρόνια του ’80, μεγεθύνοντας την αγοραστική της δύναμη. Εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες, που θα πετάγονταν ώς το ταβάνι στη θέα του πιο μικρού ποντικού, επεδείκνυαν με υπερηφάνεια το πλεκτό σήμα κατατεθέν της εταιρείας στη χαρακτηριστική τσέπη του παντελονιού, του φουστανιού ή της μπλούζας τους: καθιστό αρουραίο των αγρών απέναντι σε τρισχαριτωμένο χαμστεράκι. «topi» -ποντίκια στα ιταλικά- «γκελ στην ελευθερία» επέμενε το σλόγκαν σε τρόλεϊ, περιοδικά και παντού. Η έκρηξη του λάιφ στάιλ απογείωσε τον κύκλο εργασιών. Η επιχείρηση γιγαντώθηκε, επεκτάθηκε σε στοχευμένες αγορές της αλλοδαπής, ώσπου έγινε ολ τάιμ κλάσικ. Αστείο ποσόν για την Ελπινίκη Βουγιουκλίδου ή Μπιρσίμογλου ή Ελβίρα, οι εκατόν πενήντα χιλιάδες που προσέφερε για να αποκτήσει πίνακα του Νώντα Καραμπίνη. (Συνεχίζεται)
