ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Ελβίρα θόλωσε. Ηξερε ότι ο Νώντας –δεν μπορεί– θα πήγαινε και μ’ άλλες. Δεν την ένοιαζε όμως. Τα παρένθετα πρόσωπα φρεσκάριζαν και δυνάμωναν τον δεσμό τους. Προέβαινε, άλλωστε, κι αυτή σε ατασθαλίες με τον αμούστακο μπακαλόγατο του οπωροπαντοπωλείου της παρακάτω γωνίας. Τον αποπλάνησε το πρώτο απόγευμα που της έφερε τα ψώνια στην πόρτα. Δεν γινόταν να απεξαρτηθεί απ’ την αδυναμία της στα άγουρα αγόρια, ιδίως όταν συνδυάζονται με μεστά φρούτα και νοστιμότατα εδώδιμα. Ειλικρινά δεν τον ζήλευε. Να τον συλλάβει, όμως, επ’ αυτοφώρω στην αγκαλιά της ορκισμένης εχθράς της, καθώς μάλιστα της έσκαβε τον λάκκο, ισοδυναμούσε με αισχρή, εσχάτη προδοσία.

Του άστραψε ξανάστροφη που, δίχως άλλο, τον έκανε να βλέπει τον ουρανό σφοντύλι επί ώρες και στον καθρέφτη για πάντα το αποτύπωμα του μονόπετρου της μάνας του, το οποίο της είχε χαρίσει. Ενθύμιον αξέχαστων στιγμών, καρφί στον κρατήρα του δεξιού ζυγωματικού, σε σημείο που αδυνατούν να κρύψουν ακόμα κι η πυκνότερη γενειάδα με τη συνδρομή του πλέον αρειμάνιου μύστακα. Στην Αμέλια, που εξακολουθούσε να την κοιτάζει με ύφος οπισθόβουλης οχιάς, αρκέστηκε να εκσφενδονίσει πηχτή ροχάλα. Ξερόβηξε, σάμπως να την προειδοποιεί. Οι σιαλογόνοι αδένες και τα πνευμόνια της ανταποκρίθηκαν υποδειγματικά εκκρίνοντας λίμνη πτυέλων και αποχρεμμάτων. Η συμπαγής, σιχαμερή κηλίδα προσθαλασσώθηκε στη μάπα της, σαν παλιό τενεκεδένιο τάλιρο κι απλώθηκε στα μάγουλα, το στόμα, ώς και την ψυχή, υπογραμμίζοντας την προστυχιά και τη φτήνια της.

Ο ευεπίφορος στους πειρασμούς Καραμπίνης δεν κατάλαβε το σφάλμα του όσο κι αν έστυψε το κακοποιημένο τσερβέλο του. «Δεν έχει να κάνει με μας τους δυο ό,τι έγινε. Δεν αλλάζει τίποτα ανάμεσά μας, μωρό μου, να το ξέρεις» δοκίμασε να της εξηγήσει στο τηλέφωνο. «Σ’ αγαπώ» ψέλλισε τέλος, νομίζοντας πως έτσι θα την τουμπάρει. Το κατέβασμα του ακουστικού ήταν ηχηρότερο απ’ το χαστούκι που ακόμα ταλάνιζε την παρειά του. Δεν τόλμησε να την ξανακαλέσει. Με τα θάρρητα του παράνυμφου ο Φίλιππας την επισκέφθηκε μπας και τη μεταπείσει. «Δι λέου. Η κουμπάρ’ς έφτιξε. Τώρα κλαίει κι μαραζών’ η καψιρός. Είνι κρίμα, όμους, βρε τσούπα μ’, να χαλάσ’ τόσου αγαπημένου ζιβγάρ’» ξεδίπλωνε κουτοπόνηρα τα επιχειρήματά του, στοχεύοντας να αναζωπυρώσει τη βομβαρδισμένη με Καναντέρ ερωτική της φλόγα.

Είχε ράμματα και για τη δική του γούνα η Ελβίρα. «Ασ’ τα ψόφια, ρε μπουρτζόβλαχε. Πόσον καιρό σ’ τα μασούσε το πορνίδιο, μαλάκα, για καμιά πίπα και κάνα γαμήσι στα όρθια ή φαντάζεσαι πως δεν τα μάθαμε; Βούιζε το μαγαζί με τις πομπές σου» του ’κοψε αμέσως τη φόρα. Ο ερίφης έφυγε άπραγος με κατουρημένα τα σκέλια. Τρέλανε τον Νώντα στα ήξεις-αφήξεις. Πάλι καλά που μες στην αγωνία του έπιανε τα μισά. Τι να του πει; Πως πήγε για μαλλί και γύρισε κουρεμένος γουλί; (Συνεχίζεται)