Ολομέθυστοι περί την αμφιλύκη, βάδισαν αγκαλιασμένοι προς την κοίτη του ποταμού και καθώς το νερό τούς έβρεχε τα γόνατα, έστρεψαν τα πρόσωπα, κοιτάχτηκαν κατάματα επί αδιευκρίνιστο χρόνο και, αδιαφορώντας για τυχόν αδιάκριτα βλέμματα, φιλήθηκαν ηδυπαθώς στο στόμα. Οπως οι μόρτες, καθώς αποχωρίζονται στις αποφυλακίσεις και τις μεταγωγές, σαν συνωμότες που υπόσχονται παντοτινή εχεμύθεια, πνευματικά καρντάσια στο διηνεκές, ορκίστηκαν με την ένωση των χειλιών να παλέψουν για τη διαρκή επανάσταση, την άνευ ορίων και όρων απελευθέρωση σε όλα τα μέτωπα.
Αντάμωναν τρεις-τέσσερις φορές τον χρόνο έκτοτε. Τα ’λεγαν συχνότερα στο τηλέφωνο και σε πολυσέλιδα γράμματα, προτού βολευτούν στην ευκολία του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Κυρίως όμως επικοινωνούσαν μέσω των κειμένων τους. Είτε επρόκειτο για ποίηση και πεζογραφία είτε για δοκίμια και επιφυλλίδες, οι λέξεις άνοιγαν, θαρρείς, υπόγεια ρεύματα ψυχικής μέθεξης, ολόφωτα απ’ τον αλλόκοτο, φαντασμαγορικό ασπασμό στην όχθη του Ληθαίου, που όπλιζε τη μνήμη με «παλαιόν ήθος» για να επιφέρει δεινά πλήγματα εναντίον της λήθης στην ατέρμονη διαμάχη τους. Οι δυο ραδιούργοι εξύφαιναν σατανικό ιστό με ιώβειο, σχεδόν γαϊδουρινή υπομονή. Δεν βιάστηκαν να θέσουν σε εφαρμογή το σχέδιό τους ακόμα κι όταν η κρίση διέσπειρε τη σαπίλα της παρακμής στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, κάτω, πάνω, δεξιά κι αριστερά, καρτερώντας στωικά την κατάλληλη στιγμή.
Αδιόρθωτο πειραχτήριο, χτύπησε πρώτος ο Νώντας. Διαβάζοντας για τις παραστάσεις του φίλου του πλάι στην πασίγνωστη αοιδό Ζέτα Καλησπέρη σε μουσική σκηνή στα Λαδάδικα τα Παρασκευοσάββατα του Δεκέμβρη –κι ώς πού πάει–, έγραψε στην εβδομαδιαία στήλη που διατηρεί στην «Εφημερίδα των Ρεπόρτερ»: Από τον αναγνώστη μας Λέλο Βερβέλια λάβαμε και δημοσιεύουμε την ακόλουθη επιστολή: «Αγαπητέ κ. Καραμπίνη… Εκτός από το ταλέντο του στη λογοτεχνία και την πολυετή συμβολή του στη μαχόμενη εκπαίδευση, ο κ. Φώντας Καραμπέσης θεραπεύει με λυτρωτικό τρόπο εδώ και χρόνια το λαϊκό τραγούδι. Συνθέτει εμβληματικούς στίχους και ψαγμένες μελωδίες, γρατζουνάει το μπαγλαμαδάκι του με απαράμιλλη δεξιοτεχνία, αλλά κυρίως τραγουδά με φωνή που συνδυάζει αρμονικά τις εκτάσεις του Στράτου Παγιουμτζή, τη διαύγεια του Τάκη Μπίνη, το μέταλλο του Πρόδρομου Τσαουσάκη, τον λυγμό του Στέλιου Καζαντζίδη και τη ροκ χροιά του Νίκου Παπάζογλου.
»Είχε το προνόμιο να ακούει τους παραπάνω ογκόλιθους του πενταγράμμου από μωρό παιδί. Με τον τελευταίο και σύγχρονό του τον συνέδεε στενή φιλία. Σπεύδω να προσθέσω κάτι που ελάχιστοι γνωρίζουν: Ο Καραμπέσης είναι αναδεξιμιός του Τσιτσάνη. Μαγκίτης της παλιάς Σαλονίκης ο πατέρας του, επονομαζόμενος και Μπάτης απ’ τους δίσκους γραμμοφώνου του πρωτοπόρου ρεμπέτη που έπαιζε διαρκώς στο καφενείο του, υπήρξε λάτρης του μπουζουκιού και μέγας θαυμαστής του Τρικαλινού. Κάποιο σημαδιακό χάραμα του έσωσε, μάλιστα, τη ζωή σε χοντρό τσαμπουκά, απ’ εκείνους που δεν έλειπαν ποτέ στα μπουζουκομάγαζα. (Συνεχίζεται)
