Παιδί της Μεταπολίτευσης ο Αντωνάκης· τυπικό δείγμα. Συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος στα εξήντα του και άκρως νομοταγής, όποτε δεν τον έπαιρνε να επιδοθεί σε λαμογιές. Λίγο-πολύ ό,τι έκανε η γενιά του· ψιλοκομπίνες σε βολικές περιστάσεις. Αφού δεν μπορούσε να κλέψει την εφορία, ένεκα μισθωτός, εκμεταλλευόταν τα παραθυράκια του νόμου να πάρουν μια ανάσα τα οικονομικά του, μπας κι αεριστεί για ν’ αντέξει τη σαπίλα της ζωής. Παραθέριζε οικογενειακώς μικρός στην απάν’-απάνω παραλία, του βορειότερου νησιού της χώρας· Τέρμα Θεού άλλως πώς.
Ιδεώδης τόπος για ζαβολιές και, μεγαλώνοντας, για «καμάκι». Οι μοναχικές τουρίστριες που εξώκελλαν στην ακτή σπαρταρούσαν με ευχαρίστηση στα δίχτυα του· γι’ αυτό πήγαιναν άλλωστε, να αλιεύσουν σπάνια είδη της ενδημικής ιχθυοπανίδας, σαν του λόγου του. Εκεί πλέχτηκε κάποια ονειρικά καλοκαίρια το ειδύλλιο με τη Λένα, αργότερα σύζυγο και μητέρα των παιδιών του, με την οποία από πολλών ετών βρίσκεται σε διάσταση.
Στην πορεία καταπάτησε βραχώδη πλαγιά, που ’χε κάποτε ίσως δυο-τρεις ρίζες ελιές η νόνα του, ένα στρεμματάκι όλο κι όλο, ελαχίστως άρτιο και ουδόλως οικοδομήσιμο, κι έχτισε καρααυθαίρετο με τρία πανωσηκώματα και γιαλαντζί αναμονές για να μπορεί να το επεκτείνει καθ’ ύψος. Διακόσμησε την αυλή με αρχαιοπρεπείς κίονες και προτομή του Λεωνίδα. Εκεί έθαψε τα κόκαλα της μανούλας του και φύτεψε δενδρύλλιο πάνω τους για ν’ αποκτήσει, εκτός από στέγη, και ρίζες η προσωπική του μυθολογία. Αποθέωση του κιτς.
Ιδιάζουσα περίπτωση και συνάμα τόσο κοινή. Οταν αντελήφθη την έλευση της ανάπτυξης έσκαψε με τα χέρια του γούρνα αμφιβόλου στεγανότητος και καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι την πισίνα του –ένας Θεός να την κάνει–, στην οποία φύτρωναν, σωστή ζούγκλα, θάμνοι και βρύα τους χειμώνες και του ’βγαινε η πίστη ανάποδα να την ξεχορταριάσει την άνοιξη. Χαλάλι.
Νουθετούσε πού και πού τα βλαστάρια του, αλλά δεν τα πίεσε ποτέ. Συναίνεσε ακόμα κι όταν αποφάσισαν να σπουδάσουν σκηνοθεσία η Στέλλα και μουσική σύνθεση ο Αρης, γνωρίζοντας πως θα πουν το ψωμί ψωμάκι. Ας ακολουθήσουν τον δρόμο τους, σκέφτηκε. Ηλπιζε πως θα τους εξασφάλιζε το μέλλον η εξοχική σπιταρόνα με τα τόσα κομφόρ. Ουρά θα κάνουν οι ξένοι να τη νοικιάσουν, πληρώνοντας όσο όσο. Αχάριστοι την σήμερον οι κληρονόμοι, αξιώνουν να την πουλήσει μπιρ παρά σε διεθνή όμιλο για να μετατρέψουν το τίμημα σε αμφιλεγόμενα σουξέ και κινηματογραφική ταινία.
Αντιστέκεται όμως ο Αντώνης, ως νέος Τσιρώνης. Κηρύσσει ανεξάρτητο κρατίδιο το αυθαίρετο για να γίνει το σώσε. Τα υπόλοιπα στο παλκοσένικο της Πειραματικής του Εθνικού. Η συγγραφέας Αλεξάνδρα Κ* παρωδεί το ψηφιδωτό της νεοελληνικής τραγωδίας, διεισδύοντας βαθιά μέσα του. Ο εκ Γερμανίας ορμώμενος Σαράντος-Γεώργιος Ζερβουλάκος το σκηνοθετεί με περίσσευμα φαντασίας. Στον κεντρικό ρόλο ο Μανώλης Μαυροματάκης δίνει ρέστα χωρίς να χρειαστεί να εισπράξει σεντς. Εξαιρετικοί πλάι του οι Δημήτρης Πασσάς, Ρόζα Προδρόμου και Εύα-Μαρία Σόμερσμπεργκ. Οι «Επαναστατικές μέθοδοι για τον καθαρισμό της πισίνας σας» παίζονται ώς τις 17 Ιουνίου. Σπεύσατε.
