Ιστορικά στοιχεία για το Αντάρτικο, πληροφορίες για το φυσικό κάλλος των βουνών μας, αλλά και ευτράπελα συμβάντα που αποκαλύπτουν το οξύ, ανυπότακτο και πολυμήχανο πνεύμα των ορεσίβιων πέριξ του Καρπενησίου αλιεύω κατά καιρούς από το πανελλήνιας ακτινοβολίας, καίτοι τοπικό, ιστολόγιο «Ευρυτάνας Ιχνηλάτης» (https://eyrytixn.blogspot.gr). Ψυχή της προσπάθειας το φιλαράκι Θανάσης Τσόγκας, ο οποίος ξετρύπωσε εσχάτως δυσεύρετο πόνημα του συμπατριώτη του Δημοσθένη Γ. Γούλα με τίτλο «Οι χωριανοί μου», που πρωτοεκδόθηκε το 1953. Αντιγράφω: «Δεν θα ξεχάσω τον μπακάλη του Προυσού, τον μπάρμπα-Βαγγέλη Πάχα. […] Μια μέρα ο σταθμάρχης της Χωροφυλακής του έκαμε συστάσεις γιατί κλείνει αργά το Σάββατο κι ανοίγει νωρίς την Κυριακή, πριν απολύσει η εκκλησία».
Χωρατατζής ο παντοπώλης, δικαιολογείται με ατράνταχτα επιχειρήματα: «Αυτές οι διαταγές καπετάνιο είνι για τσ’ πολιτείες παρακάτ’. Και που τ’ ανοίγου τι φκιάνου; Μύγες βαράου». Ο ενωμοτάρχης αξιώνει την αυστηρή τήρηση του κανονισμού, επιδεικνύοντας το έμβλημα της εξουσίας του. «Ακούς τι σου λέω. Αυτά τα γαλόνια τα φοράω δεκαπέντε χρόνια» κάνει. Τότε ο μπαρμπα-Βαγγέλης τον αφήνει ενεό με πληρωμένη απάντηση: «Κιο αν είσ’νι καλλίτερους θα πάεινες παραπάν’». Εκτός απ’ τα εμπορεύματα που πουλούσε, μαγείρευε τα μεσημέρια για τους λιγοστούς υπαλλήλους που υπηρετούσαν στον τόπο. Ενας απ’ αυτούς παραπονέθηκε κάποτε ότι είναι ξινισμένα τα φασόλια. «Τι σου φταίω ιγώ, ας ερχόσ’νε προυχτές να τα φας» αποκρίθηκε αποστομωτικά ο μαγαζάτορας.
Νόστιμα περιστατικά που ιχνηλατούν το κοφτερό μυαλό των Ευρυτάνων και φέρνουν αναπόφευκτα στον νου τον Απεραθίτη θυμόσοφο Δημητράκη, στον οποίο αναφερόμουν συχνά κατά το παρελθόν. Υπενθυμίζω: Παρεπιδημούσε προπολεμικά ένα φεγγάρι στη Νάξο Γάλλος «αρχαιολόγος», όστις σουλατσάριζε ύποπτα ολημερίς στις ανατολικές ακτές του νησιού, αναζητώντας μαρμάρινα ειδώλια, κύλικες, κοσμήματα και ποικιλόμορφα αγγεία της πρωτοκυκλαδικής εποχής. Εμφανώς καταβεβλημένος, με την ψυχή του να βγαίνει απ’ την πείνα, φθάνει κάποιο σούρουπο στ’ Απεράθου και ζητά να του υποδείξουν κάπου να δειπνήσει. Το χωριό δεν διέθετε τότε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, εκτός απ’ την αυτοσχέδια χασαποταβέρνα του Δημητράκη, ο οποίος έσφαζε προς πώληση πού και πού κάνα ζωντανό κι έβραζε πότε πότε, αν δεν βαριόταν, εκλεκτές μερίδες. Ο ξένος στάθηκε τυχερός.
Η κατσαρόλα του Δημητράκη μοσχομύριζε κεφαλοποδιά – είδος πατσά με ενισχυμένες τις κοιλιές απ’ το κεφάλι και τα πόδια τράγου ή προβάτου. Δεν είχε ακόμα καλοψηθεί, αλλά ο μουστερής δεν κρατιόταν. Ρούφηξε το πρώτο πιάτο με βουλιμία και με ανυπομονησία ζήτησε και δεύτερο, το οποίο απόλαυσε ως εξωτική γκουρμέ. Στο τρίτο έγλειφε τα δάχτυλά του. Ακρως ικανοποιημένος γυρίζει και λέει στον ταβερνιέρη σε επαρκή ελληνικά: «Ωγαιότεγο φαΐ ντεν έχω φάει ποτέ». Κι εκείνος σε μια έκρηξη αφοπλιστικής ειλικρίνειας του απαντά: «Τ’ αστυνόμου να πά’ να το πεις που με βάνει να τσι πλύνω»!
