Περιγράφω για προφανείς λόγους σε συνέχειες το πρόσφατο επεισόδιο του σίριαλ «Ηταν δίκαιο και έγινε πράξη». Πρόκειται για υπερπαραγωγή του Μαξίμου, που, μολονότι διαρκεί μόλις δύο λεπτά και πέντε δεύτερα, θα χρειαζόταν χαρτί από σημύδες δέκα σουηδικών δασών προκειμένου να αναλυθούν ακροθιγώς τα σημαινόμενα και σημαίνοντά του. Μείναμε χθες στη στιγμή κατά την οποία ο θυμωμένος ΘΑλέξης πληκτρολογεί στο λάπτοπ στη φράση: «Από τα χρόνια της μικρής ευθύνης στη δύναμη της πράξης». Φανερώνει ύφος σκανδαλιάρη μαθητή που σερφάρει σε απαγορευμένους ιστότοπους και σοβαρεύεται για να μην τον μαλώσει η μαμά, που εισβάλλει απροειδοποίητα στο δωμάτιο τείνοντάς του γιγάντιο ποτήρι με γάλα.
Ριζικά αλλάζει αίφνης το σκηνικό. Η οθόνη μαυρίζει επί απειροελάχιστο χρόνο. Ο φυσικός ήχος παραχωρεί τη θέση του σε γλυκανάλατη μελωδία, από κείνες με τις οποίες ντύνουν τα γαμήλια ενσταντανέ συνοικιακοί φωτογράφοι ή τις ρεκλάμες για υγρά πιάτων και απορρυπαντικά πλυντηρίων οι διαφημιστές. Η κάμερα μεταφέρεται στην εξώθυρα του μεγάρου, όπου νεαρός με μπλουτζίν και ελβιέλα κλοτσάει με αριστερό ξερόμυτο προς τα σκαλοπάτια της εισόδου κόκκινο χαλί σε κακά χαλιά, αγορασμένο, λες, σε προσφορά απ’ τη Λαϊκή. Ξεφτισμένο, τσαλακωμένο, κατσιασμένο. Στη θέα του θα αυτοκτονούσαν εις ένδειξιν διαμαρτυρίας και οι πλέον πρωτόπειρες Περσίδες υφάντρες στα χτένια του αργαλειού.
Αναυδη καθαρίστρια με ποδιά και γυαλιά προσπαθεί με την ηλεκτρική σκούπα να μπαλώσει τα αδιόρθωτα. Ματαιοπονεί. «Με σαφήνεια, καθαρότητα (σ.σ. με γραμματοσειρά μπολντ), εξορθολογισμό» διαβάζουμε στον υπότιτλο. Ο τάπητας δεν συνέρχεται με τίποτα. Μοιάζει με ντεκόρ απ’ το θέατρο του παραλόγου. Στην αυλή καραδοκεί μηχανή λήψης εικόνων πάνω σε τρίποδο. Στην Ηρώδου Αττικού δεν σαλεύει κουνούπι. Τα μέτρα ασφαλείας, εκτός από δακρυγόνα, περιλαμβάνουν μάλλον και Αροξόλ. Στον προθάλαμο επικρατεί εργασιακός οργασμός.
Ξεφυτρώνουν εφτά ετερογενείς μαντραχαλάδες που τακτοποιούν τον χώρο σχολαστικά. Αλλοι κουστουμαρισμένοι κι άλλοι σπορτίβ. Μερικοί κοντοκουρεμένοι, ορισμένοι με αλογοουρά και κάποιοι με φαλάκρες. Αξούριστοι οι τέσσερις, ασορτί με τα μούσια του αφεντικού. Σκαρφαλωμένος σε αλουμινένια κλίμακα ένας, κρύβει αγνώστου ταυτότητος αντικείμενο πίσω απ’ το αέτωμα του τζακιού. Μυστήρια πράσα. Καμεραμάν με καρπουζί πουκαμισιά και τζιν περασμένο στην αμμοβολή τσεκάρει τον εξοπλισμό του. Ολα στην εντέλεια.
Ηχούν ανάλαφρα βήματα στο πάτωμα του πρώτου ορόφου. Φτάνει η μεγάλη στιγμή. Ο πρωταγωνιστής κατεβαίνει αεράτος τις στρωμένες βαθμίδες με το χάλια χαλί. Χαρούμενος, θαρρείς, επειδή δεν ανθίστηκε η μανούλα την κατεργαριά του. Βαστά το κινητό στο δεξί. Στέκει μπρος στα τζάμια της αίθουσας αναμονής και σταυρώνει τα χέρια. Σε δεύτερο πλάνο διακρίνεται ο διπλωματικός του σύμβουλος. Παρουσία που εμπνέει εμπιστοσύνη. Σηκώνει το κεφάλι ψηλά ο ΘΑλέξης, σαν γαμπρός που περιμένει το έτερον ήμισυ στην πόρτα της εκκλησιάς και αναλογίζεται την κουτουράδα που πά’ να κάνει. «Από τον φόβο περνάμε στην κανονικότητα» αναφωνεί. «Από την αμφισβήτηση στον σεβασμό». Στην κανονικότητα του φόβου, εννοεί, στην αδιαμφισβήτη υποτέλεια. (Συνεχίζεται)
