Παρατηρώ με προσήλωση το κατακαίνουργιο προπαγανδιστικό βίντεο του πρωθυπουργικού επιτελείου. Παραγωγή για Πούλιτζερ κειμένου και Χρυσό Φοίνικα, δύο σ’ ένα με Αργυρό Λέοντα, σκηνοθεσίας. Δεν λέω Οσκαρ επειδή το μυαλό μου τρέχει στην ομώνυμη, εμβληματική το πάλαι ποτέ, πιτσαρία της συμβολής Χατζηδάκη και Νάξου στα Πατήσια και, καθώς με ταλαιπωρεί εκνευριστική δυσεντερία από προχθές, αδυνατώ να γευτώ τα προϊόντα της, μένοντας με την ακατάσχετη λιγούρα αμανάτι. Αρκτος –του Φεστιβάλ Βερολίνου– και θεάματα λοιπόν.
Ρολόι τεράστιο, πίσσα μαύρο, που δείχνει έντεκα και είκοσι, φορά στο αριστερό χέρι ο ΘΑλέξης. – Οσονούπω βγαίνουν τα φαντάσματα, αφού ο φωτισμός μαρτυρά πως δεν είναι μεσημέρι. Με το άλλο κρατά το πληκτρολόγιο. Επιασε τόπο ο κόπος του συνεταίρου του, που πάσχισε να τον μάθει να χρησιμοποιεί το δεξί. Φόντο βιβλιοθήκη πλήρης χονδρών, πανόδετων τόμων. Μοιάζουν μουσαντένιοι. Από κείνους τους κούφιους στο εσωτερικό, που κρύβουν φιάλες με αλκοολούχα ποτά, σιντί με ηλεκτρονικά παίγνια κι ό,τι βάλει ο νους για να ξελαμπικάρει το τσερβέλο κανενούς. Δεσπόζει στο μέσον ο πίνακας του Κωνσταντίνου Ξενάκη «Εντολές ΗΗΒ» (1991) από τη συλλογή «No way out» που μεταφράζεται πρόχειρα ως «Αδιέξοδο»· καμιά σχέση με «καθαρή έξοδο» και συναφή φληναφή αφηγήματα.
Ανάκατα πάνω στο γραφείο, εφημερίδες, φάκελοι και ντοσιέ. Ευμέγεθες τασάκι, τηλεχειριστήριο κλιματιστικού και κόκκινο πορτατίφ για να προσδίδει κύρος. Φυσικός ήχος. Ο ήρωας στέκει απορροφημένος απέναντι στο λάπτοπ του. Προβληματισμένος, σοβαρός, υπεύθυνος. Σφίγγει την αριστερή γροθιά και την τοποθετεί, όχι στο πιγούνι ώστε να φαίνεται στιβαρός, αλλά κάτω από τα ρουθούνια, σαν να μυρίζεται επικείμενο κίνδυνο ή επαπειλούμενη καταστροφή. Ανοιγοκλείνει τα μάτια. Ακούσιος μυϊκός σπασμός που προδίδει αμηχανία και τρακ. Θα ’λεγες πως ρίχνει πασιέντζα και δεν του βγαίνει.
Ξεροκαταπίνει, παρά ταύτα, και πληκτρολογεί: «Ελλάδα. Από την άδεια θέση, στη δυνατή παρουσία» με υπογραμμισμένες τις δύο τελευταίες λέξεις. Πίσω του ένα κουβάρι η γαλανόλευκη και η αστερόεσσα κοπής Βρυξελλών. Συνεχίζει ωστόσο τάχα μου απτόητος: «Από τα χρόνια της μικρής ευθύνης στη δύναμη της πράξης». Μαρκαρισμένη ξανά η κατακλείδα. Τι υπονοεί, άραγε, ο ποιητής; Τονίζει ίσως τα «δυνατή» και «δύναμη», δίνοντας τη δυνατότητα στον αδύναμο τάδε και δείνα, δίχως να δεινοπαθήσει στη δίνη των αδύτων του δυνητικού, να διανοηθεί δυνατότερη την αδυνατότητα. Μυαλό δυναμίτης. Των αδυνάτων αδύνατον να διεισδύσω.
Η «άδεια θέση» παραπέμπει αναμφίβολα στον στίχο του Σεφέρη «για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη». Αν υποθέσουμε ότι η πέτρα του σκανδάλου της Ιλιάδος αντιπροσωπεύει στα καθ’ ημάς την πολύφερνη θυγατέρα του τόπου, ήτοι τη δημόσια περιουσία, ο ίδιος, ως ανάγωγος προαγωγός, την ξεπούλησε στο Γιουσουρούμ, ούτε καν για ολόκληρο κοστούμ’, αλλά για το πολυφορεμένο ξασπρόθωρο πουκάμισο με τη λεπτή ρίγα με το οποίο κορδώνεται στην καρέκλα. Τη γραβάτα τη στρέφει στον λαιμό του κοσμάκη για να δυσκολευτεί να τον κράξει. Ηταν δίκαιο και έγινε πράξη… (Συνεχίζεται)
