Χωρίς τσίπα, αισχύνη και αιδώ, ποιος τα ‘χασε εδώ που τα ‘λεμε για να τα βρει ο Εκλείπειν Αντώνιος, ανέβηκε στο βήμα της Βουλής ο ερίφης απ’ όπου δεν δίστασε να κατακεραυνώσει τον μισητό του αντίπαλο. Οσο στρογγυλοκαθόταν στον πρωθυπουργικό θώκο έκανε μαύρα μάτια να τον δει το ευαγές ίδρυμα, τώρα στην αντιπολίτευση περνά πού και πού να χαιρετήσει κάνα παλιόφιλο, όπως οι παροπλισμένοι συνταξιούχοι, και με την ευκαιρία απαγγέλλει το προσφιλές του ποίημα. Παραλάβαμε χάος και παραδώσαμε χώρα, επανέλαβε για μία εισέτι φορά, ξεχνώντας πως την έκανε απ’ το Μαξίμου με ελαφρά πηδηματάκια, σαν τον λωποδύτη, αναθέτοντας σε έναν χαμηλόβαθμο γραμματέα να μεταβιβάσει στον Τσίπρα τους σκονισμένους φακέλους με τα ειδεχθή μέτρα.
Ωρυόταν σαν πολιτικάντης του ’50. Ξεκούρασε, μολαταύτα, αφάνταστα τη διερμηνέα που απέδιδε τα φληναφήματά του στη γλώσσα των κωφών. Την είχε τρελάνει προηγουμένως ο Κώστας Ζουράρις με τις παραληρητικές αποστροφές του. «Πιστεύω ότι τόσο ένας ακούων που δεν έχει άμεση επαφή με την αρχαία ελληνική όσο και κάποιος που παρακολούθησε την ομιλία στη νοηματική δυσκολεύτηκαν εξίσου», δήλωσε κατάκοπη αργότερα, αφού ο πυρίκαυστος πανέλλην την έκανε πασίγνωστη ανά την επικράτεια. Ο Αντωνάκης την ανακούφισε και με το παραπάνω.
Ραθυμούσε επί πενήντα λεπτά. Τόσο κράτησαν οι παπαρδέλες τού τέως. Η Ζωάρα δεν τον διέκοψε. Οχι από ευγένεια. Πήρε γραμμή τη φάση και τον άφησε να εκτίθεται. Οι βουλευτές από κάτω ξεσαγονιάστηκαν στο χασμουρητό. Η μεταγλωττίστρια δεν χρειάστηκε να κουνήσει δαχτυλάκι. Εφερνε τη γλώσσα στα χείλη, όπως ο Βενιζέλος, επισημαίνοντας στο κοινό της ότι το καϊνάρι της Νου Δου αναμασά τη γνώριμη καραμέλα. Κληρονόμησε χάος, είπε ξανά μανά. Το ‘χει η μοίρα του τόπου να αλλάζουν οι κυβερνήσεις, αλλά να μην ξεκολλάμε από την άβυσσο και τα βάραθρα του Αχέροντα.
Ακλόνητος στις απόψεις του. Αμετανόητος. Επιμένει πως χορήγησε χώρα. Βουνό το δίκιο του. Διότι, καθώς χάνεται στον προφορικό λόγο η ορθογραφία, εμφιλοχωρούν σατανικές παρανοήσεις. Προφανέστατα δεν εννοούσε κράτος ή έθνος και τα συναφή. Στο πρωτότυπο η λέξη ήταν γραμμένη με «όμικρον». Χόρα, λοιπόν, είναι ένα ταλαίπωρο χωριό του Ιράν, μια ιθαγενής φυλή της Βολιβίας και ένας κυκλικός χορός της Μολδαβίας, που σε κρίσιμες περιστάσεις τα βήματα μπορεί να οδηγήσουν προς τον Ζάλογγο. Ξέρει τι λέει ο Αντουάν, μόνο που διάφοροι κακεντρεχείς και μνησίκακοι τύποι όπου βρουν πεσμένο τον χτυπούν αλύπητα, οι μοχθηροί και ανεμοκέφαλοι.
