ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Καταπιάνεται με το μπουζούκι στο αποπνικτικό περιβάλλον των τεκέδων τη δεκαετία του 1920 διασκεδάζοντας μαστουρωμένους θαμώνες και σκυλόμαγκες. Αυτοδίδακτος, ακατέργαστος, αυθεντικός. Συνωμοτούν θεοί και δαίμονες για να εισβάλει από τα πειραιώτικα καταγώγια στα σαλόνια κεντρικού ξενοδοχείου, όπου μια βδομάδα κάθε εξάμηνο φιλοξενεί ένα βαρύ μηχάνημα που παγιδεύει τους ήχους σε μια μήτρα από κερί. Ακούει έκπληκτος τον καλλιτεχνικό διευθυντή της ODEON να επιμένει να πει ο ίδιος τα τραγούδια του. Εχει συναίσθηση της τραχιάς, μπάσας, απόκοσμης φωνής του.

Αυτή η φωνή γίνεται μολαταύτα το σήμα κατατεθέν του ρεμπέτικου. Απλώνεται στο κερί σαν φυσική προέκταση του μπουζουκιού, σαν αποτύπωμα της ειμαρμένης. Χαράζει διά παντός το λαϊκό τραγούδι σαν τις αυλακιές της πλάκας γραμμοφώνου. Είναι ο πρώτος. Ακολουθούν πολλοί μετά απ’ αυτόν. Αρκετοί καλύτεροί του στο παίξιμο, στη φωνή, στις μουσικές γνώσεις. Κι όμως, αυτός ταυτίζεται με το ρεμπέτικο όσο κανείς. Το ορίζει.

Ρεγουλάρω το νήμα παλαιότερου σημειώματος του 2013, πλέκοντας ωδή στον Μάρκο Βαμβακάρη που γεννιέται σαν σήμερα το 1905 στη φράγκικη Ανω Σύρα. Εχουν ειπωθεί σχεδόν τα πάντα γι’ αυτόν και την τέχνη του. Δίνω, λοιπόν, τον λόγο στον ίδιο να μας μιλήσει για πράγματα που γνώρισε από πρώτο χέρι μέσα από την αυτοβιογραφία του που επιμελήθηκε η Αγγελική Βέλλου-Κάιλ (εκδ. Παπαζήση 1978). «Ολοι οι τεκέδες ήτανε ίδιοι. Ιδιοι κι απαράλλαχτοι. Μια κάμαρα ήτανε τεκές. Ενα σπιτάκι ήτανε τεκές. Δεν υπήρχε δηλαδή να ’ναι σαλόνι να το κάνουνε τεκέ. Οχι».

Υπεισέρχεται σε υπαρξιακές λεπτομέρειες: «Μόλις φουμάρουνε οι χασικλήδες, δεν τους ενδιαφέρει αν ζούνε ή αν πεθάνουνε. Είναι ησυχότατοι, δεν πειράζουν άνθρωπο». Και σε ορισμένες πρακτικής φύσεως: «Ο ναργιλές ήτανε πότε με καρύδα, πότε με σταμνάκι, σαν αυτό που αγοράζουν τα παιδάκια στα πανηγύρια, το πήλινο το λέγανε, πιο φρέσκο, και πότε με ντενεκέ του γάλακτος».

Δίνει διαφανείς οδηγίες χρήσεως: «Την καρύδα την εσκάβανε από μέσα και εβγάζανε το φαγί κι έμενε σκέτη. Μετά βάζανε το καλάμι που ήτανε ο λουλάς απάνω, δηλαδή στο σέρι. Ο λουλάς πήλινο είναι. Με τη διαφορά, οι χασικλήδες εκάνανε λουλά από πέτρα που τη σκαλίζανε. Τον βάζανε απάνω στο σέρι. Βάζανε και το καλαμάκι, σαν το δάχτυλό μου φάρδος και μακρύ όσο δυο καινούργια μολύβια. Απ’ τη μια μεριά της καρύδας ήτανε η ντουμανότρυπα. Από την άλλη ήτανε του καλαμιού η τρύπα και το σέρι στη μέση».

Αναπολεί: «Ολοι πίναν από ένα καλάμι, όσοι και να ήτανε. Καθόμαστε όλοι κοντά κοντά. Ο τεκές δεν είχε καρέκλες πολλές, ας είχε δυο-τρεις. Τις καρύδες τις έφερναν από τις Ινδίες. Τις πουλούσαν οι μανάβηδες στον κόσμο να τις φάει. Αλλά οι νοικοκυρές δεν τις κρατούσαν να κάνουν ναργιλέδες. Ο τεκετζής πήγαινε στον μανάβη κι αγόραζε όμορφη, ταιριασμένη καρύδα γι’ αυτόν τον σκοπό…».