Σαββατόβραδο κατά τις εντεκάμιση χτυπάει –ντριν ντριν– το τηλέφωνο. Απολαμβάνω στη βεράντα περιποιημένο ουίσκι με άφθονο πάγο, συνοδεία τσιγάρου, χαζεύοντας τ’ ολόγιομο φεγγάρι. Δεν μπαίνω στον κόπο να το σηκώσω. Το ντριν ντραν, όμως, εξακολουθεί. Κάνας άσπονδος φίλος, σκέφτομαι, πασχίζει να με μπλέξει σε ένοχες συνάφειες, συναναστροφές και ξενύχτια, από κείνα που απειλούν με λουκέτο τα καλύτερα τσαρδιά. Κάνω την πάπια. Α πα Παππά. Δεν γουστάρω μπελάδες στα καλά καθούμενα. Θα βαρεθεί και θα το κλείσει, όποιος και να ’ναι, συλλογίζομαι.
Αμ δε! Στο δέκατο τρίτο κουδούνισμα –σημαδιακός, γρουσούζικος αριθμός· άσε που ’ναι ασύρματη η συσκευή και παράγει διαπεραστικό, εκνευριστικότατο ήχο– αναγκάζομαι να απαντήσω. «Εμπρός» κάνω σε μηχανικά αμήχανο τόνο. «Είμαι ο Τζανακόπουλος» με πληροφορεί άγνωστη, σκερτσόζα φωνή. «Δεν γνωρίζω κανέναν Τζανετόπουλο» αποκρίνομαι κοφτά «αν και νομίζω πως κάποιος Ανταμ με παρόμοιο επώνυμο ανήκει στο ρόστερ της ΑΕΚ, αλλά ο Χιμένεθ δεν τον βάζει ούτε αλλαγή ώστε να τον μάθουμε». Ο απρόσκλητος συνομιλητής με διορθώνει με θράσος. «Οχι Τζανετόπουλος, κύριε. Τζανακόπουλος. Τζα-να-κό-που-λος. Δημήτριος. Κυβερνητικός εκπρόσωπος. Πήρα να σας πω πως ο Μαρινάκης είναι ναρκέμπορος».
Πελαγώνω. Δηλαδή ο συγκεκριμένος διοχετεύει στην αγορά νάρκες; Πουλά ύπουλα όπλα λοιπόν; Αρνούμαι να το πιστέψω. Ηξερα έναν Γιάννη Μαρινάκη, κολλητό κολλητών, που ’χαν τη φαεινή να σκαρώσουν ξεκαρδιστική πλάκα στη «Βικιπαίδεια». Περί τα μέσα του ’90 διεξάγονταν προεδρικές εκλογές στο πρώην γαλλικό Κονγκό. Μισή ντουζίνα μεσήλικοι υποψήφιοι, κατράμι μαύροι, με ονόματα που καταλήγουν σε «-ούμπα», στιβαρές πόζες και βαριά βιογραφικά παρελαύνουν στην έγκυρη διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια, ψαρεύοντας την ψήφο των Κονγκολέζων. Οι δικοί μου προσέθεσαν ανάμεσά τους τον ανύποπτο Μαρινάκη. Επρόκειτο για άβγαλτο νεανία, εικοσάχρονο το πολύ, με ασπρουδερό δέρμα, πυρόξανθα μαλλιά, χυτά κάτω απ’ τους ώμους, και ανοιχτόχρωμη αραιή γενειάδα που φύτρωνε στις παρειές του γειτονιές γειτονιές. Το ενσταντανέ είχε ληφθεί ντάλα καλοκαίρι σε ερημική παραλία. Ο Ζαν Μαρινάκ επί το γαλλικότερον, όπως τον μετονόμασαν για εύλογους λόγους, καθόταν οκλαδόν στην αμμούτσα με κιθάρα στα πόδια και φέτα καρπούζι στα χέρια, εκπέμποντας χαμόγελο ευδαιμονίας.
Φάνταζε σαν το γάλα μες στη μύγα. Τα λαγωνικά της «Βικιπαίδεια» έκαναν μήνες να εντοπίσουν την παραφωνία. Επεσε χοντρό γέλιο. Τυγχάνω δημοσιογράφος –ένας θεός να με κάνει– και, παρότι συστήνομαι ως γαζετατζής για να θολώνω τα νερά, η δεοντολογία, οι νόμοι και οι αρχές του Διαφωτισμού επιτάσσουν να σέβομαι το τεκμήριο της αθωότητας. Να περιμένω να τελεσιδικήσει κάθε υπόθεση προτού χαρακτηρίσω τον κατηγορούμενο. Το γνωρίζουν ώς κι οι πρωτοετείς των σχολών επικοινωνίας.
Ωσαύτως θεωρώ αδιανόητο να το αγνοεί ο καθ’ ύλην αρμόδιος κυβέρνησης και δη αριστερής – τρομάρα της. Εχω να κάνω με αχαΐρευτο χωρατατζή, που σούρωσε με το χαρτζιλίκι απ’ τη σύνταξη του παππού και διασκεδάζει ενοχλώντας τον κόσμο άγρια μεσάνυχτα, υπέθεσα. Η παρατεταμένη σιωπή μου τσάντισε τον τύπο στην άλλη άκρη του σύρματος. «Είμαι ο Τζανακόπουλος» επέμεινε. «Κι εγώ, ο Μαρινάκης» συμπλήρωσα, έχοντας κατά νου τον παρ’ ολίγον κυβερνήτη του κράτους της υποσαχάριας Αφρικής. Σάστισε ο άλλος και βρόντηξε με πάταγο το ακουστικό. Ο αναιδής φαρσέρ άφησε περιέργως να διαρρεύσει παραποιημένη η συνομιλία, αναστατώνοντας την επικαιρότητα ολόκληρη την εβδομάδα. ΥΓ.: Η ακροστιχίδα με το όνομα της αξεπέραστης λυρικής ποιήτριας απευθυνόταν στις δεκαεπτά διμοιρίες των ΜΑΤ που συνόδευσαν τον ΘΑλέξη στη Λέσβο και τις ισάριθμες που του παραστάθηκαν στη Μυτιλήνη, αλλά για τα κατορθώματά του σε… αμφότερες τις νήσους της Αιολίδας από Δευτέρα.
