ΤΙΣ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ του Σωτήρη Σαράκη «Σημαντικές λεπτομέρειες» και «Στο σιδεράδικο της Λήμνου» (εκδ. Κουκκίδα) παρουσιάζουν απόψε στις 7.30 στο Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο (Θεμιστοκλέους 37, Αθήνα) η δρ Φιλολογίας Δώρα Μέντη και ο ομότεχνός του Νίκος Μοσχοβάκος. Συντονίζει ο καθηγητής του Ιόνιου Πανεπιστημίου Θεοδόσης Πυλαρινός και στίχους θα απαγγείλει ο ποιητής. Δίνω από τώρα τον λόγο στον ίδιο:
Η ΓΗ Γύριζε η Γη γύρω απ’ τον ήλιο, γύριζε/ στα χρόνια του Αρίσταρχου, αυτός/ τους το έλεγε, δεν τον πίστευαν, μάλλον/ δε νιώθανε τη σκοτοδίνη/ της περιστροφής, η Γη/ συνέχιζε τους γύρους της, αυτός/ επέμενε, οι Αθηναίοι στο τέλος/ του τράβηξαν, κατά το σύνηθες,/ μια μήνυση και ησύχασαν// η Γη συνέχισε τους γύρους της.
ΧΑΖΕΥΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΡΝΑ Η ΩΡΑ Εκείνος ο παμπάλαιος/ που έπαιζε σαν το μικρό παιδί/ κυλώντας στην πλαγιά ένα κομμάτι/ κορμού κυλινδρικού, κι ύστερα πέρασε/ στο τρύπιο κέντρο του ένα καλάμι/ κι έπαιζε ακόμα πιο καλά// του πήρε μήνες για να καταλάβει/ πως είχε εφεύρει τον τροχό.
Η ΕΞΙΣΩΣΗ Μάταιος κόπος στον αιώνα, το γνωρίζει/ μα ως γνήσιος ποιητής ομολογεί/ πολύ θα το ’θελε να ’χε κι αυτός/ ξοδέψει τη ζωή του κυνηγώντας/ εκείνη την τρελή εξίσωση/ που βγάζει απ’ το τίποτε στο κάτι.
ΑΥΤΟΣ Ο ΓΕΡΟΣ έγραψε ποιήματα./ Αυτός ο γέρος πάλεψε πολύ/ να εκφράσει στη ζωή του το ανέκφραστο./ Γνώριζε/ πως δεν θα το πετύχαινε, ακόμα κι όταν/ κάποιες ελάχιστες στιγμές κατάφερε/ ν’ αγγίξει, φευγαλέα να ψαύσει/ το ανέκφραστο, ήξερε καλά/ πως πίσω θα γυρνούσε μ’ άδεια χέρια/ όμως αυτός/ επέμενε και τώρα// τώρα που εγγίζει πια το τέλος, φεύγει/ με ήσυχη συνείδηση/ και προπαντός/ κρατώντας κάτι σίγουρο/ στα χέρια του, τη μόνη/ βεβαιότητα, γνωρίζει/ πως υπάρχει το ανέκφραστο.
ΤΙ ΝΑ ΣΟΥ ΠΟΥΝ και οι ξεναγοί/ μα κι όλοι αυτοί που σκάβουν/ τόσα που κρύβει η μάνα γη/ τρέχοντας να προλάβουν// σκάβουμε εμείς για τα παλιά/ καινούργια αυτή σκεπάζει/ τέλος δεν έχει αυτή η δουλειά/ και πουθενά δε βγάζει·/ τι να σου πουν και οι ξεναγοί/ μα κι οι ποιητές ακόμα/ που αγάπησαν τη μάνα γη/ και μίσησαν το χώμα.
ΓΡΑΜΜΙΚΗ Β’ Γράψτε τα γράμματά σας στον πηλό./ Οχι στην πέτρα, όχι στο χαρτί, γράψτε/ τα γράμματά σας, κάμετε/ τους λογαριασμούς σας/ στον πηλό./ Θα ’ρθει η φωτιά, θα κάψει/ το χαρτί, ίσως γλιτώσει/ η πέτρα, όμως/ δεν πρόκειται να δυναμώσει, ξέρει/ μόνο ο πηλός πώς να κερδίζει/ απ’ τη φωτιά, γράψτε λοιπόν/ τα γράμματά σας στον πηλό, γράψτε τα/ στη φωτιά.
ΤΟ ΑΝΕΦΙΚΤΟ ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ (Μνήμη Κώστα Στεριόπουλου) Ξημέρωσε του Αγίου Κωνσταντίνου/ πρώτη μου έγνοια να τηλεφωνήσω/ στον ακριβό μου φίλο, ως νηπενθής/ «Χρόνια Πολλά» να του ευχηθώ./ «Χρόνια Πολλά νεκρός;»/ θα με ρωτούσε αχνά χαμογελώντας/ «Χρόνια Πολλά ολοζώντανος» θα έβαζα τα πράγματα στη θέση τους.
