ΚΑΝΕΙ ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥ κάνα καλό το Μαξίμου! Οπως προχθές, που με εγνωσμένο θράσος και άγνοια κινδύνου έντυσε με στίχους παραγνωρισμένου μας ποιητή το ψυχρό μήνυμα του ΘΑλέξη για την Πρωτομαγιά. «Γράψε κι άλλα πολιτικά για τον Ρήγα Γκόλφη», με παροτρύνει αγαπητός φίλος και σταθερός αναγνώστης. Δεν χαλάω τέτοια χατίρια. Ο κατά κόσμον Δημήτρης Δημητριάδης, λοιπόν, Ευρυτάνας στην καταγωγή, γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1886. Σπούδασε νομικά, βιοπορίστηκε στο συμβολαιογραφείο του πατέρα του, αλλά ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία. Μαχητικός δημοτικιστής, εντάχθηκε νωρίς στον κύκλο των σοσιαλιστών. Πέθανε στην Αθήνα το 1958. «Δεν είναι ωραιολόγος και ουτοπιστής ονειροπόλος. Η μούσα του δεν πετά στα σύγνεφα», λέει γι’ αυτόν ο Γ. Κορδάτος. «Βλέπει τις ομορφιές της φύσης, τις περιγράφει και τις υμνεί, αλλά βλέπει και τις αθλιότητες της κοινωνικής ζωής και την κοινωνική αδικία. Και σαλπίζει το σηκωμό της φτωχολογιάς». Ιδού:
ΘΟΥΡΙΟΣ Δειλινό του χειμώνα/ στης Αθήνας τη γλύκα./ Η αγκαλιά του ελαιώνα,/ η Ακρόπολη, η Πνύκα.// Ενα φως, ένα θάμπος,/ χρυσορόδινα κρίνα,/ ο χλωρόσπαρτος κάμπος,/ τα νερά, η Σαλαμίνα.// Μα η ψυχή μου γερμένη/ μες στην πίκρα του αιώνα,/ τέτοια γλύκα προσμένει/ μ’ έναν άγριο χειμώνα.
ΑΠΕΡΓΙΑ Στη στράτα αργοδιαβαίνει της εργατιάς το πλήθος./ Φαρμάκι έχει στα χείλη, κομμένη την ορμή,/ κι ο πόνος που συντρίβει τ’ αράθυμό του στήθος/ θεριεύει το κορμί.// […] Το τέρας της ανάγκης που τη ζωή του θλίβει,/ νεκρώνει την αγάπη, μαραίνει τ’ αγαθά,/ θα πάψει να τραντάζει το μαύρο του καλύβι,/ το Χάρο να βοηθά;// Ω συνοδειά θλιμμένη, του δίκιου τον αγώνα/ σα θέλεις να κερδίσεις, μη σκύβεις και δειλιάς./ Και πώς θα διαφεντέψεις με λυγισμένο γόνα/ τη μοίρα της δουλειάς;// Τη δύναμή σου νιώσε κι υψώσου προς τον ήλιο./ Την πάναγνή σου ρώτησε, τη σιδερένια υγειά,/ θεούς να τα λατρέψεις. Του κόσμου το βασίλειο/ ζωντάνεψε, ραγιά.// Το πείσμα του δυνάστη, που τη χαρά μολεύει,/ τα λούλουδα σκοτώνει, στερεύει την πηγή,/ θα το συντρίψει, μάθε, το χέρι που δουλεύει/ κι αναμετρά τη γη.
ΣΤΟΧΑΣΟΥ Εχεις νιάτα και ορμή,/ φτερωμένο κορμί,/ μα δεν τρώνε δαρμοί/ λυτρωμού την καρδιά σου./ Την ελπίδα αν κερνάς/ πάντα ξένος περνάς/ και τυφλός τριγυρνάς/ μες στην άκαρπη αντρειά σου.// Ω πού αφώτιστος πας!/ Δεν γκρεμνάς, δε χτυπάς,/ μα ολοένα σιωπάς/ σ’ ό,τι σάπιο μπροστά σου./ Στην απέραντη γη/ δε ζητάς την πηγή/ που αναβρύζει η κραυγή/ των ανθρώπων. «Στοχάσου!»…
ΓΙΑ ΜΙΑ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΗ Ο πικραμένος μου έρωτας, στου κόπου το σκοτάδι/ δε μένει πια κρυφός./ Τώρα που καλοκαίριασε λούζεται στ’ άυλο φως/ από ’να γλόμπο ηλεχτρικό που ανάβουν κάθε βράδυ.// Ω πώς δακρύζ’ η λεύκα μας πάνω στον πένθιμο ίσκιο/ που την τυλεί γοργά./ Πόσα στριγγόφωνα πουλιά δε συμμαζεύει αργά/ σαν ξωτικό ακροθάλασσο, το φύλλωμα βαθύσκιο…
