Ακουγα χθες τον στενό συνεργάτη του τέως πρωθυπουργού Δημήτρη Σταμάτη να υποστηρίζει σοβαρολογώντας πως η Νου Δου πιστώθηκε στην κάλπη το τίμημα της επιτυχίας της. Κατόρθωσε εν ολίγοις να σταθεροποιήσει την οικονομία και το τραπεζικό σύστημα, ώστε να χρησιμοποιούν ανεμπόδιστα τα ΑΤΜ οι άτιμοι ψηφοφόροι, να φθάσουν στα εκλογικά τμήματα με τις τσέπες τίγκα στο ρευστό, νιώθοντας ασφαλείς και καθόλου τρομοκρατημένοι. Και επειδή, ως γνωστόν, ουδείς πιο αχάριστος του ευεργετηθέντος, το ‘ριξαν οι αφιλότιμοι δαγκωτό στον ΣΥΡΙΖΑ, στέλνοντας στα Τάρταρα τους εθνομάρτυρες που τους έσωζαν δυόμισι χρόνια τώρα. Αναγνωρίζω ανέκαθεν στον Τέως σπουδαία χαρίσματα, συμπεριλαμβανομένων της ειλικρίνειας, της υπευθυνότητας και της διάθεσης για γενναία αυτοκριτική.
Ντελαπάρισε στο ίσωμα θαρρώ. Δεν φταίει κανείς άλλος, όσο ο ίδιος που γλίτωσε το πόπολο από τα δεινά του. Δεν πρόκαναν να φανούν επιπροσθέτως τα ωφελήματα της φιλολαϊκής του πολιτικής. Να ισοπεδωθεί εντελώς η χώρα, θυμίζοντας ταινίες επιστημονικής φαντασίας που εστιάζουν στην επομένη της πυρηνικής καταστροφής. Να γυρνούν αλλοπαρμένοι οι επιζήσαντες, να ψάχνουν φοβισμένοι στα τοξικά απόβλητα νερό και φαΐ, να παραμορφώνονται, να παραπαίουν. Να βλέπαμε τότε με τι κουράγιο θα πήγαιναν να τον μαυρίσουν. Τι τα θες όμως! Ο καλός καλό δεν έχει. Αψογη η αντιπολιτευτική ρητορική του Τέως. Τα ‘λεγα εγώ. Το πρόβλημα με τον ΘΑμαρά δεν ήταν τόσο τα φληναφήματα που αναγκάστηκε να εκτοξεύσει προεκλογικά, όσο ότι τα πίστευε κιόλας. Το επισημαίνει κι ο Ευάγγελος Αντώναρος: «Νομίζω πως ο ακριβής όρος είναι απώλεια επαφής με την πραγματικότητα». Αλλού ‘ντ’ αλλού πά’ να πει.
Θεομηνία προκάλεσε στην παράταξη η αγνωμοσύνη της πλέμπας και το ασεβές μειράκιο που του ‘κλεισε το σπίτι· ο Τσίπρας ντε. Σιγά μην τον υποδεχόταν στο Μαξίμου. Στάχτη και μπούρμπερη έπρεπε να του παραδώσει. Και καμένη γη στον καημένο τον Καμμένο. Οι politically correct φάσεις είναι για τους αδύναμους και τους συμβιβασμένους. Εκείνος έχει τεράστιες αντοχές. Σβήνει τον πόνο του κλεισμένος στο υπόγειο με κατεβασμένα στόρια και αρνείται ν’ ανταμώσει άνθρωπο. Δέχεται μόνο τις συχνές επισκέψεις του Αδ-όνειδος που τον παρηγορεί τσιρίζοντας το άκρως επίκαιρο δημώδες: «Σώπασε κυρα – Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις. Πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι».
Ηφαίστειο ενεργό τον κάνει η ανεργία τον ερίφη. Το ψυλλιάστηκαν οι παροικούντες τη Συγγρού κι άρχισε η χοντρή καζούρα. Οι τελετές παράδοσης – παραλαβής των χαρτοφυλακίων ξεχείλιζαν πολιτικό πολιτισμό. Εσταζαν μέλια οι απερχόμενοι υπουργοί. «Καλώς τα παιδιά τα δικά μας τα τζαναμπέτικα» ο ένας. «Μπείτε με τ’ αριστερό να πάει γούρι» ο έτερος. «Ανευ παρεξηγήσεως, αλλά μου περισσεύουν κάτι ροζ λαιμοδέτες που δεν τους βάζω. Καταλαβαίνετε…» ο τρίτος. Και δώσ’ του θερμές χειραψίες, χαμόγελα και διαχύσεις. Το μεγαλύτερο δούλεμα, πάντως, το ‘κανε ο Ευάγγελος Μεϊμαράκης. Πρόγκα κανονική. Περίμενε υπομειδιώντας υπομονετικά την αργοπορημένη Ζωάρα στην πόρτα του γραφείου του στη Βουλή παρακάμπτοντας το πρωτόκολλο. Της χάρισε μια πλούσια ανθοδέσμη, σωστό κήπο, και σπαρταριστά χαχανητά. Εξυπακούεται πως δεν φορούσε γραβάτα. Το φυσάει και δεν κρυώνει ο Αντωνάκης, αφού ο μόνος Ευάγγελος που του ‘μεινε πιστός είναι ο Βενιζέλος.
