Αγαπηθήκαμε ασυγκράτητα κατόπιν. Ισως εξαιτίας της φόρτισης. Μας συγκλόνιζε στο έπακρο ο εξ υπαρχής ηλεκτρισμός της σχέσης. Οσα είχαμε ήδη ζήσει στη σφαίρα πραγματικού και φανταστικού κι ό,τι επρόκειτο ν’ ακολουθήσει διασταυρώνονταν άρρηκτα στις διάπυρες, αείρροες στιγμές που πλοηγούσαν τα ασπαίροντα κορμιά μας από τα ζοφερά ρείθρα της Στυγός στις φωταυγείς βραγιές της Εδέμ, στροβιλίζοντάς μας στους κολασμένους παραδείσους του ανεξήγητου. Ανήμπορα να περιγράψουν τα λόγια.
Με ξύπνησε το ασταμάτητο ντριν του τηλεφώνου. Τρόμαξα να το ξετρυπώσω δίπλα απ’ την ψωμιέρα. -«Εδώ Δουβλίνο. Ντίλαν Οτέλ. Μεσημέριασε, αγόρι μου. Δέκα και μισή. Αν σαπίσεις στον καναπέ όσο λείψω, θα ’χω τύψεις. Ξεκουνήσου. Προτείνω περίπατο στο ντάουν τάουν απ’ το παρόχθιο μονοπάτι. Δυο ωρίτσες βαριά. Αξίζει τον κόπο…».
-«Μου τη σπάνε οι τηλεγραφικές συμβουλές των ρεσεψιονίστ προτού ξεκολλήσει η τσίμπλα απ’ το μάτι» κατάφερα να συλλαβίσω. -«Ασ’ τα ψόφια» κελάηδησε τρυφερά τ’ ακουστικό. «Στην καφετιέρα υπάρχει ζεστός μαγικός ζωμός. Για μπρέκφαστ θα αυτοσχεδιάσεις. Αντε. Στις έντεκα ξεκινάς…». Ποιος τολμούσε ν’ αντισταθεί στη θεία μελωδία της φωνής της.
Ρουφούσα το καφεδάκι μου στο μπαλκόνι συνοδεία τσιγάρου ενισχυμένου με τα βελούδινα δώρα των Ιμαλαΐων. Τραβηγμένα απ’ την αμπώτιδα τα νερά, πάλλονταν εν ώρα κυκλοφοριακής αιχμής. Ταχύπλοα της γραμμής πηγαινοέρχονταν, άκατοι του Λιμενικού περιπολούσαν, κατάφορτες μαούνες διένεμαν εμπορεύματα και δεκάκωπες φαλαινίδες φτεροκοπούσαν στον αφρό. Οι ερέτες συγχρονίζονταν με την ντουντούκα του αυλητή, που έδινε φρενήρη ρυθμό στο λοξό πατιρντί.
Στις έντεκα παρά πέντε χτύπησε η εξώθυρα. Ανοιξα στο πέμπτο κουδούνισμα. «Είσαι ο φίλος της τρελής γοργόνας που μπανιάρεται στον Τάμεση, ε!» είπε με τραγουδιστά αγγλικά το άνθος της Απω Ανατολής που ανοιγόκλεινε πέταλα και στημόνες στο κεφαλόσκαλο. «Είμαι η Ανακέ, φρομ Τζαπάν και μένω στην πλαϊνή πόρτα» συνέχισε το χαριτωμένο σκετσάκι. «Μπαίνεις δωρεάν μ’ αυτή την κάρτα σε λεωφορεία και μετρό. Σ’ τη στέλνει η Λιζ, αχρείαστη να ’ναι. Κονιστιουά» ολοκλήρωσε με ελαφρά υπόκλιση το μονόπρακτο.
Πήρα τον πεζόδρομο στις έντεκα και δέκα. Αριστερά, η κίνηση του ποταμού κορυφωνόταν. Δεξιά, μοντέρνες πολυκατοικίες ανάμεσα σε πρασινοκίτρινα ξέφωτα. Αναιδείς σκίουροι εγκατέλειπαν τις μπιγκόνιες καγκελόφρακτων παρτεριών και σκαρφάλωναν στα δέντρα με την ταχύτητα που βάδιζαν ευάριθμοι αργοπορημένοι γιάπηδες προς τα πανύψηλα κτίρια ξενοδοχείων και τραπεζών τα οποία δέσποζαν στο βάθος. Μεσήλικοι με τσίλικες φόρμες κι ακουστικά έτρεχαν χωρίς να τους κυνηγούν.
Ανταμειβόμουν, όποτε παραμέριζα να περάσουν, με μονότονο, ξεψυχισμένο «θενκ γιου», που εκφερόταν μεταξύ οδόντων και μύστακος, ακόμα κι απ’ όσους δεν έτρεφαν τρίχες στην επίμαχη περιοχή. Στα παγκάκια, αργόσχολοι υπερήλικοι με κατοικίδια και γιαγιάδες μπροστά σε βρεφικά καρότσια υπέκυπταν αμαχητί στη λιακάδα. Καλημέριζα μεγαλοφώνως εκείνες που κανάκευαν τα εγγόνια τους στα ελληνικά και μου ανταπέδιδαν ευχές σε εγκάρδιους πατριωτικούς τόνους. (Συνεχίζεται)
