Επιστρέφοντας στο σπίτι κατά τις επτά, κάναμε την επιβεβλημένη στάση στο Χαμπάμπ, την παμπ της γειτονιάς, να με ξεναγήσει μάλλον στα στέκια της, παρά γιατί λαχταρήσαμε κι άλλες Γκίνες, που, εν τούτοις, γευθήκαμε ψιλοκουβεντιάζοντας ευχάριστα. Το μπαρ στεγαζόταν σε παλιά εκκλησία –του Αγίου Νικολάου, αν δεν απατώμαι– που είχε μετατραπεί σε θέατρο, στο οποίο τελετουργούσαν εναλλακτικοί, νεανικοί θίασοι. Το πίσω μέρος του χωριζόταν με νοητή γραμμή την Ωραία Πύλη. Εμπαινες απ’ το πλάι, αφού διέσχιζες νοικοκυρεμένη αυλή, στρωμένη με ογκώδη τραπέζια και πάγκους, κατάμεστα τις ηλιόλουστες μέρες και αραξοβόλι των καπνιστών βρέξει-χιονίσει.
Διάδρομοι αμφιτέρωθεν της θύρας οδηγούσαν δεξιά στην αποθήκη και στις τουαλέτες αριστερά. Απέφυγα να εικάσω τις αντιδράσεις θερμόαιμων παρ’ ημίν μητροπολιτών, εάν ο εν λόγω χώρος βρισκόταν στα όρια δικαιοδοσίας τους. Πολλώ δε μάλλον αν ανέβαιναν την ξύλινη σκάλα κι αντίκριζαν τις κάνουλες να υμνολογούν, με αίνους και τροπάρια, ποτήρια κινγκ σάιζ με χοντρές λαβές, καθώς γέμιζαν αφρίζοντας από μεταλλικά βαρέλια που καταλάμβαναν τη θέση των ευαγγελίων στο πάλαι ποτέ ιερό. Η αρκούντως μυσταγωγική ατμόσφαιρα, υπερσκέλιζε τον διάκοσμο της τυπικής αγγλικής παμπ, συνθέτοντας μια μετανεωτερική, σοφιστικέ εκδοχή.
Περί τις οκτώ τράβηξε χειρόφρενο στο γκαράζ της πολυκατοικίας. Φθάσαμε στον πέμπτο με το ασανσέρ. Ανυπομονούσα να θαυμάσω επιτέλους την πολυθρύλητη θέα. Σκούρες κουρτίνες κάλυπταν απ’ άκρου εις άκρον την τζαμένια επιφάνεια της πρόσοψης. Με παρότρυνε να καθίσω στον καναπέ. Χαμήλωσε τα φώτα και τοποθέτησε βινίλιο στο πικάπ. -«Α λα ούνο, α λα ντούε, α λα τρε» μιμήθηκε τον πανηγυρικό τόνο των κονφερανσιέ του τσίρκου Μεντράνο. Το βαρύ, υφασμάτινο παραπέτασμα έκανε ν’ ανοίγει αργά, σαν αυλαία θεάτρου, αποκαλύπτοντας το πράγματι φαντασμαγορικό σκηνικό, που απογείωνε η απαλή τζαζ υπόκρουση. -«Βουαλά» είπε και θρονιάστηκε θριαμβευτικά δίπλα μου στη μαξιλάρα.
Τα εμβληματικά σύμβολα του όψιμου καπιταλισμού, οι ουρανοξύστες του Σίτι με τα χαριτωμένα υποκοριστικά, δανεισμένα απ’ την αργκό σεφ –«Αγγουράκι τουρσί», «Τρίφτης τυριού», «Κονσέρβα ζαμπόν»–, μας χαμογελούσαν απ’ τους ημιφωτισμένους ορόφους με όλη τους τη μεγαλοπρέπεια, προτού διαχυθούν στα κατάπληκτα νερά του Τάμεση. Η υπόθεση σήκωνε τσιγάρο. Το διαμέρισμα διέθετε υπερευαίσθητους ανιχνευτές καπνού. -«Καλύτερα να τ’ ανάψεις στη βεράντα, αλλιώς θα ενεργοποιηθούν τα σιντριβάνια της οροφής και θα μας κάνουν μουσκίδι» υπογράμμισε, μυώντας με στα κατατόπια του ενδιαιτήματος.
Εξω μου παρουσίασε το «Θραύσμα», το ψηλότερο, πυραμιδοειδές κτίριο, το «Νυστέρι» και, τείνοντας τον δείκτη, προσανατόλισε το βλέμμα μου προς το «Λόντον Αϊ», την «Τάουερ Μπριτζ» και τον καθεδρικό του Αγίου Παύλου. Ενόσω ευτρεπιζόμουν στο ντους η Λίζα ζέσταινε το δείπνο που ετοίμασε το πρωί: Αγκινάρες α λα πολίτα, πικάντικος σολομός σε σάλτσα πορτοκάλι, σαλάτα με σπανάκι, ντοματίνια και αβοκάντο, συνοδευμένα με εξαίσιο μοσχοφίλερο Μαντινείας. (Συνεχίζεται)
