Αισθάνθηκα Εγγλέζος αναντάν μπαμπαντάν κοιτάζοντας το ρολόι, όταν ανέβηκα στο οδόστρωμα πάνω απ’ τον σταθμό: δύο παρά πέντε. Εντόπισα εύκολα το πλάτωμα που μου είχε υποδείξει και κατευθύνθηκα προς τα εκεί. Καταμεσήμερο κι η κίνηση ήταν περιορισμένη. Η Λίζα δεν φαινόταν πουθενά. «Και να μην την κοζάρω εγώ, θα με φερμάρει σίγουρα εκείνη εδώ στη σέντρα του άδειου γηπέδου που μ’ έβαλε να σταθώ» στοχάστηκα. Δεν έβλεπα την ώρα να ριχτώ στην αγκαλιά της. Ζόρικοι οι εξ αποστάσεως έρωτες, μεγιστοποιούν το χτυποκάρδι για το αντικείμενό τους ευθέως ανάλογα με την αύξηση των λογαριασμών τηλεφωνίας.
Μ’ έτρωγε εξάλλου η νοσηρή περιέργεια να δω πώς λειτουργεί το αγρίμι των επτά θαλασσών στην πολύβουη Λόντρα, πώς κινείται η ερημίτισσα των βράχων ανάμεσα στον απρόσωπο όχλο, πώς συμπεριφέρεται το φρικιό των παραλιών στο λίκνο του καπιταλισμού. Κοιτούσα δεξιά, αριστερά και ίσια μπροστά, ώσπου δυο ντελικάτα πλοκάμια τυλίχτηκαν σαλαμάστρα στον λαιμό μου κι ένα μεθυστικό άρωμα μου πήρε τα μυαλά. Της άρεσε να σε πλησιάζει μουλωχτά από πίσω –δεν την έπαιρνες πρέφα ούτε στην άκρα του τάφου σιωπή– και να ξεκαρδίζεται κατόπιν με το ξάφνιασμά σου.
Το φημισμένο αγγλικό τακτ πήγε περίπατο στη θέα του πύρινου, παράφορου φιλιού μας. Δεκάδες διαβάτες παρέκαμψαν το σαβουάρ βιβρ κεντρίζοντάς μας με αδιάκριτες ματιές επιδοκιμασίας, ζήλιας ή επίπληξης. Τους αγνοήσαμε. Ελαμπε μες στο εμπριμέ κολάν, την εφαρμοστή μπλούζα και το βαμβακερό μπουφάν καθώς κατεβαίναμε στο υπόγειο πάρκινγκ να πάρουμε το βυσσινί μίνι κούπερ της. -«Θέλεις μήπως να πάμε στο σπίτι ν’ αφήσεις τη βαλίτσα και να φρεσκαριστείς ή να μπούμε αμέσως στο ψητό;» ρώτησε. «Εχω καταρτίσει ένα χαλαρό προγραμματάκι μέγκλα». Επέλεξα το δεύτερο.
Με οδήγησε σε υπαίθριο παζάρι με κοσμήματα, βινύλια, φίνες μινιατούρες, παλιά βιβλία, αντίκες και λογής λογής είδη διακόσμησης. Ανταλλάξαμε αναμνηστικά δώρα. Τσιμπήσαμε στις έθνικ κουζίνες του κι απολαύσαμε στη λιακάδα μπίρες μικροπαραγωγών απ’ την Τήνο, την Αργολίδα και τα Τρίκαλα. Τις εισήγαγε ο Βαγγέλης που μας δήλωσε περιχαρής πως γίνονται ανάρπαστες, κυρίως απ’ τους ξένους. -«Μυρίζεις Ελλάδα» μου είπε, καθώς μας τρατάριζε δυο ΙΡΑ. Ακούστηκε σαν φιλοφρόνηση, αλλά δεν ήμουν τόσο βέβαιος.
Βολτάραμε έπειτα γύρω απ’ το Γκρίνουιτς. Κόντευε πέντε κι ο ήλιος έδυε αντιφεγγίζοντας τα ψυχρά, μαρμάρινα δόντια του στο ποτάμι. Οι θαμώνες των καφέ και των παμπ ουδόλως έδειχναν να ενοχλούνται, κατακλύζοντας τους υπαίθριους χώρους τους. Μετά βίας βολευτήκαμε σε τραπεζάκι που μόλις άδειαζε με δυο ξέχειλες Μέρφις του λίτρου ανά χείρας. Γύρω μας φωνασκούσαν όλες οι φυλές της Υφηλίου. Ελάχιστοι μιλούσαν αγγλικά. Εντυπωσιάστηκα απ’ την υπεραφθονία Ελλήνων. Η θερμή τους ιδιοσυγκρασία και η αδολεσχία τους έκανε τη γλώσσα μας να κυριαρχεί.
Ζευγάρι καλοντυμένων Λονδρέζων στην ηλικία μας έψαχνε τραπέζι. Τους γνέψαμε να καθίσουν στο δικό μας. Μπλαζέ τύποι. -«Η Αθήνα έχει πάντα καθαρό ουρανό» τραύλισε η γυναίκα μόλις πληροφορήθηκαν από πού κρατάει η σκούφια μας. -«Εδώ τα πάντα είναι μουντά και γκρίζα» ξερόβηξε ο συνοδός της. Η Λίζα άρχισε να τα παίρνει. -«Λατρεύω το Λονδίνο ακριβώς για το κλίμα του» έκανε με το μάτι να παίζει. «Ηλιοφάνεια, ζεστές θάλασσες και φεγγαράδες ξέρω πού θα βρω. Η καταχνιά του τόπου σας, όμως, το ψιλόβροχο, η μούχλα που στολίζει σαν πατίνα του χρόνου τα κτίρια είναι μοναδικά. Πλανάσθε αν πιστεύετε πως ζείτε στην πρωτεύουσα της Βρετανίας. Είναι παγκόσμια μητρόπολη το Λονδίνο» τους αποστόμωσε. (Συνεχίζεται)
