Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η όψιμη νοσταλγία για την Ανάφη με βάρεσε κατακούτελα στις διακοπές. Και να πεις πως βρισκόμουν κοντά; Στο Μεγανήσι του Ιονίου παραθέριζα, κοζάροντας τη Λευκάδα και τα ακαρνανικά περιγιάλια. Κι όμως, «ναφ ναφ» μολογούσε το κύμα στην αμμουδιά, «ναφ ναφ» έκρωζαν οι γλάροι στις βραχιές, «ναφ ναφ» και τ’ αεράκι στα τηλεγραφόξυλα. Το «άλφα» και το «ήτα» στις άκρες τα τσοντάριζα μοναχός, αυθαιρέτως.

Στα μέσα Σεπτεμβρίου σκυλοπνίχτης φορτωμένος ώς τα μπούνια με Σύρους πρόσφυγες προσάραξε στα αβαθή της Νέας Καμένης, ανάμεσα σε πεντάστερα πλωτά ξενοδοχεία, προσορμισμένα στην Καλντέρα. Οι Σαντορινιοί τουριστικοί πράκτορες έβαλαν λυτούς και δεμένους να ξεπλύνουν τον γόρδιο δεσμό της ντροπής, που λίγδιαζε τη βιτρίνα τους διαρκούσης της σεζόν. Απεστάλην να καταγράψω τις ροκ σκηνές, τις οποίες στροβίλιζαν τ’ απόνερα του συμβάντος στο Ημεροβίγλι και στα Φυρά. Δεν πολυπρόλαβα. Πέμπτη βράδυ έφτασα, Παρασκευή πρωί η απειλή των επηλύδων στοιβάχτηκε σε επί τούτου ναυλωμένο σκάφος προκειμένου να αφιχθεί στο Προαναχωρησιακό Κέντρο Λειψών.

Το απόγευμα πήρα τη λάντζα για τον Αη Νικόλα. Ο τόπος δεν είχε αλλοιωθεί αισθητά, παρότι κάμποσες νεοπαγείς οικοδομές μπογιάντιζαν με λευκά στίγματα το άδενδρο ανάγλυφό του. Τα μαγαζιά και τα «ρουμ του λετ» ήταν περισσότερα, χωρίς να ασχημονούν μολαταύτα. Η «Γαρίδα» είχε βαρέσει κανόνι χρόνια και το αποτύπωμα της οβίδας έχασκε στη μάντρα της ΔΕΗ, σαν λαβωματιά θανατοποινίτη. Ο Μιχάλης κι η Πελαγία αποδήμησαν προ δεκαετίας στα θυμαράκια.

Θυμόμουν τον Κυριάκο και τον Νικήτα να τρέχουν, νέοι ακόμη, δεξιά κι αριστερά, κάνοντας αγώγια με βάρκες κι αγροτικά ή πουλώντας ψάρια στις ταβέρνες και κηπευτικά στους γυμνιστές. Αδελφικοί φίλοι οι άλλοτε πολυάσχολοι δουλευτές, συνταξιούχοι τώρα, πάντρεψαν αναμετάξυ τους τα παιδιά κι έβγαζαν βόλτα την τετράχρονη κοινή εγγονή, εξακοντίζοντας διαρκώς πνευματώδεις ατάκες εναντίον αλλήλων. Εδιναν κανονική παράσταση, ξεχωριστής έμπνευσης και ποικιλίας, που καταδιασκέδαζε ολόκληρο τον Γιαλό. Η δε μικρή, έδειχνε τρισευτυχισμένη.

Νοίκιασα δωμάτιο, όπου κοιμήθηκα μακαρίως και νωρίς το πρωί κίνησα για το Σπήλιο. Κολύμπησα ικανοποιητικότερα απ’ ό,τι προείκαζα. Ιδια τα διάφεγγα νερά, ο ευανάγνωστος βυθός, τα αδρά χρώματα του τοπίου. Μόνο τα κρίταμα είχαν πολλαπλασιαστεί, κάνοντας τα γκρεμνάρια να φαντάζουν σαν μικροσκοπική ζούγκλα. Διαπίστωσα, φθάνοντας, πως η στάθμη της θάλασσας είχε ανεβεί, στενεύοντας κι άλλο την παραλία. Λεπτό άρωμα διαχεόταν απ’ τη σπηλιά, σάμπως νύμφες να την είχαν ραντίσει με σπρέι κοραλλένιων κλωναριών. Τα πάντα έμοιαζαν τακτοποιημένα, σαν να τα φρόντιζε ανθρώπινο χέρι. Αγγιζα τα δάχτυλα στις σχισμάδες των βράχων κι ένιωθα ν’ ανθίζουν οι ουλές μου σαν γιούλια και να πονούν. Ξάφνου παρατήρησα στα ακροτελεύτια βότσαλα κίτρινο μπονέ και εντός του ολόσωμο γυναικείο μαγιό επιμελώς διπλωμένο. -«Εχει γούστο» είπα με τον νου μου, αποδιώχνοντας αμέσως τη σκέψη. (Συνεχίζεται)