Αχ Ανάφη! Οσο αναπάντεχα αναδύθηκε μπροστά στους έκθαμβους αμφιβληστροειδείς μας –από παρεξήγηση, από λάθος, απ’ το γαϊδουρινό φυσικό της Σόνιας ν’ αργεί στα ραντεβού– τόσο οριστικά και αμετάκλητα εξαφανιζόταν τώρα πίσω απ’ τους αχνούς και θλιμμένους χιτώνες των οριζόντων. Οι είκοσι ονειρεμένες μέρες που έζησα στ’ ακρογιάλια της με τη Λίζα φάνηκαν αιώνας. Κι όμως, πέρασαν τόσο γρήγορα. Λες και ο αέναος χρόνος διήρκεσε μόνο μια απειροελάχιστη στιγμή. Η ιδέα της αθανασίας, εν τέλει, συναρπάζει τους κοινούς θνητούς ακριβώς επειδή φαντάζει απροσδιόριστη, άπιαστη και παροδική.
Την παραμονή της αναχώρησης μείναμε επί ώρες ξαπλωμένοι στο «ταρατσάκι μας»· τουτέστιν στην ακρώρεια του σμαραγδένιου βράχου που είχαμε μετατρέψει σε νυφική ευνή μ’ ολάνθιστη στρωμνή τους μυροβόλους βλαστούς του κρίταμου. Κοιτούσαμε απλανώς το γαλήνιο πέλαγος, αγναντεύοντας στις φευγαλέες ζαρωματιές του τους ωκεανούς που χωρέσαμε στις λίμνες των βουρκωμένων ματιών μας. -«Θα σε θυμάμαι πάντοτε», είπε η Λίζα με φωνή μελωδικότερη από ποτέ. Είχε βαθιά χροιά, υποβρύχια. Μετέφερε, θαρρείς, τους ψιθύρους των γλαυκών σπηλαίων του βυθού, τους ανεπαίσθητους συριγμούς των κυμάτων, το γλυκοκελάηδημα του φλοίσβου στην ακροθαλασσιά. -«Ούτε συ θα με ξεχάσεις», συνέχισε. «Κάποτε θα ξανασυναντηθούμε και τότε…»!
Συννέφιαζε βαθμηδόν το βλέμμα της στο βαπόρι, το γέλιο του έσβηνε, η λάμψη του μαδούσε, κατρακυλούσε όπως τα φθινοπωρινά φύλλα, Ιούνιο μήνα στην κουπαστή. Στον Πειραιά είχε γίνει ξανά απροσπέλαστο. Η διάθεσή της απέκτησε την παλιά νωχέλεια που την έκανε απλησίαστη, ενδοστρεφή και απόμακρη. Το επόμενο βράδυ κοιμηθήκαμε σπίτι μου. Εμοιαζε αράθυμη, ευερέθιστη, κυκλοθυμική· σκιά του εαυτού της. Η άλλοτε βελουδένια επιδερμίδα της σκεπαζόταν, λες, με αγκαθωτό συρματόπλεγμα. Απέδωσα τις αιφνίδιες μεταπτώσεις της στην προετοιμασία του ταξιδιού. Η ζωή της άλλαζε άρδην, κάτι που πιθανόν την αποδιοργάνωνε εντελώς.
Σε δέκα μέρες έφυγε για την Αγγλία. Της έγραψα. Δεν μπήκε στον κόπο να απαντήσει. Μάθαινα ωστόσο τα νέα της. Σε δυο χρόνια πήρε μετ’ επαίνων το μάστερ. Ειδικεύτηκε στις ασφάλειες πλοίων και φορτίων. Προσελήφθη νομική σύμβουλος σε πολυεθνικούς κολοσσούς. Παρεπιδημούσε ασφαλώς στο Λονδίνο, αλλά και στη Βαρκελώνη, τη Μασσαλία, τη Γένοβα, την Αμβέρσα, το Αμβούργο, συχνά στη Νέα Υόρκη, τον Παναμά, το Μπουένος Αϊρες, το Βανκούβερ, κάποτε στη Βομβάη, τη Σιγκαπούρη, το Σίδνεϊ και σπανιότερα στο Κέιπ Τάουν και την Αλεξάνδρεια. Κοσμοπολίτισσα με τα όλα της πά’ να πει.
Δεν την απολησμόνησα έκτοτε. Τα ελευθεριάζοντα ήθη των Εξαρχείων της δεκαετίας του Ογδόντα μ’ έκαναν να ξεχαστώ κατά καιρούς σε εφήμερες αγκαλιές και μονιμότερες σχέσεις. Κάμποσα αιθέρια πλάσματα ομόρφυναν τις μέρες και ως επί το πλείστον τις σεληνοφώτιστες νύχτες μου. Κάθε δεσμός που σοβάρευε, όμως, κατέρρε μετ’ ολίγον στο βάρος της αναπόφευκτης σύγκρισης με τα ανυπέρβλητα βιώματα της Ανάφης.
Συνειδητοποίησα την επιρροή που μου ασκούσε ακόμα η Λίζα στον τρίτο χωρισμό που προκάλεσα για ασαφείς και ασήμαντους λόγους. Περνούσα μακρά ανέραστα διαστήματα, γεμίζοντας το συναισθηματικό κενό με την ανάμνησή της. Πάσχιζα να την ξεπεράσω κατόπιν, συνάπτοντας αλλεπάλληλα τρυφηλά ειδύλλια, με προδιαγεγραμμένη άδοξη κατάληξη. Ωσπου τον Ιούνιο του 2016, τριάντα τρία ολόκληρα χρόνια από τότε, ένιωσα την ακατανίκητη επιθυμία να ξαναβρεθώ στην Ανάφη, την οποία είχα διαγράψει από τις προτεραιότητές μου, καθώς τη συνέδεα με την ανεπανάληπτη πλην τραυματική εμπειρία μου. (Συνεχίζεται)
