Η διαδρομή Κλεισίδι-Γλαόπη μετ’ επιστροφής μού φαινόταν πια παιχνιδάκι, χάρη στα ιδιαίτερα κολύμβησης που φρόντισε να μου παραδώσει η Λίζα και λειτούργησαν ευεργετικά. Μου ’μαθε κατ’ αρχάς να ελέγχω τον ρυθμό της ανάσας μου. Να παίρνω βαθιά εισπνοή με το κεφάλι έξω απ’ το νερό κι έπειτα να το βυθίζω επί ικανό και σταθερό διάστημα ξεφυσώντας. Προπόνηση δυο-τριών ημερών στο κρυσταλλένιο ακρογιάλι μας έκανε την όλη διαδικασία να εκτελείται μηχανικά. Η υδροδυναμική κλίση του σώματος βοηθούσε να αποκτώ μεγαλύτερη ταχύτητα και η μηδαμινή καταπόνηση του αυχένα περισσότερη αντοχή.
Μου ’δειξε επίσης πώς να εκμηδενίζω τις αποστάσεις μετερχόμενος το ελεύθερο στιλ, ενσωματώνοντας συνάμα στην τεχνική του τα υπόλοιπα τρία: πεταλούδα για ν’ ανάβουν τα αίματα, πρόσθιο για εξοικονόμηση σφρίγους και ύπτιο για ποικιλία και προπαντός για ξεκούραση στις κρίσιμες καμπές. Με δίδαξε και εφτασφράγιστο μυστικό δικής της επινοήσεως. Εκλεινε τα πόδια τόσο ώστε να μένει αμυδρή χαραμάδα ανάμεσά τους, σχηματίζοντας οξεία γωνία, εν είδει διχάλας, με το πέλμα και τον ταρσό. Τίναζε κατόπιν με ευλυγισία συναγρίδας τη νεοφυή ουρά, αποκομίζοντας τεράστια ώθηση.
Οσο κι αν προσπάθησα δεν κατάφερα να υλοποιήσω, παρά πλημμελώς, το εν λόγω κόλπο. Σ’ όλα τ’ άλλα, όμως, σημείωνα αξιοθαύμαστες επιδόσεις. Η τρίτη θέση αποτελούσε πια κακή ανάμνηση. Τερμάτιζα διακριτά δεύτερος, όταν συναγωνιζόμουν μαζί της. Τα επόμενα καλοκαίρια οι σύντροφοί μου στα πλατσουρίσματα κολάκευαν εκόντες άκοντες την κατάδηλη δεξιοτεχνία μου. Σε κάθε περίπτωση η Λίζα ασκούσε επάνω μου μαγική επίδραση. Τα αειθαλή μέλη της ανάβρυζαν ακάματη ευρωστία, σχεδόν εξωπραγματική, από την οποία αντλούσα κι εγώ καινοφανή σθεναρότητα και πυγμή.
Η αυτόθι εντύπωση νόμιζα ότι ανήκει στο θολό φάσμα της ψευδαίσθησης, της ζωηρής φαντασίας που διογκωνόταν πεισματικά, κατά γεωμετρική πρόοδο, όσο την τρυπούσαν τα βέλη του έρωτα. Ωσπου ένα απόγευμα, λίγο προτού αποχωρήσουμε απ’ το κρησφύγετό μας, θέλησα να της προσφέρω ολίγα από τα βαμμένα με φλόγινο κρεμεζί χρώμα, ξεχωριστά άνθη του κρίταμου, που φύτρωνε ψηλά στα χωρίς κοιλότητες και προεξοχές βράχια. Δίχως δεύτερη σκέψη άρχισα την αναρρίχηση στον γκρεμό.
Υπήρχαν ελάχιστα σημεία να στηριχτώ, οπότε κολλούσα βεντούζα τ’ ακροδάχτυλα χεριών και ποδιών στις ρωγμές και συνέχιζα απτόητος. Μορφοποίησα λιλιπούτειο μπουκέτο και κατέβηκα με την ψυχή στα δόντια. Της το έτεινα, κρατώντας το, σάμπως Ιάσονας το χρυσόμαλλο δέρας. -«Είσαι μουρλός» γέλασε τρανταχτά. -«Για να στολίσεις το βράδυ το τσουλούφι σου, να ’μαστε ασορτί, εγώ με την πρώτη κι εσύ με τη δεύτερη λέξη της “Τρελής γαρίδας”» είπα ξέπνοα. Μ’ έκοβε κρύος ιδρώτας, αναπλάθοντας τον άθλο στο μυαλό μου τις επόμενες μέρες, ζαλιζόμουν ατενίζοντας από κάτω προς τα πάνω τα τριανταφυλλένια κρίταμα. «Ερως ανίκατε πλάκαν» στοχαζόμουν. (Συνεχίζεται)
