Σε μεταγενέστερο χρόνο εφοδιαστήκαμε με αγάνωτο τέντζερη στον οποίο ζεματίζαμε κρίταμα· σαλάτα εκλεκτή που συνοδεύαμε με κυδώνια, γυαλιστερές, χτένια, σωλήνες, καλόγνωμες, πεταλίδες, πίνες, μύδια, αφροδίτες ή αχινούς που αποκολλούσε η Λίζα απ’ τις ξέρες. Θέλει καλοπέραση ο αναχωρητισμός! Το τυχερό συνωμότησε οιονεί με το γραμμένο ώστε να απολαύσουμε μονάχοι τον… επίνειο παράδεισό μας. Αφηγηθήκαμε στη Σόνια με κάθε λεπτομέρεια και άφθονη πικάντικη σάλτσα τις αρετές του απάνεμου κόρφου μας. Δελεάστηκε η φίλερις φίλη κι έταξε να μας επισκεφθεί αναμφίλεκτα με τον επίλεκτο της καρδιάς της.
Ομως ο Χουάν Γκαρθία γεννήθηκε στα Γκράβαρα της Σιένα Μορένα σε υψόμετρο χίλια εκατό. Στα δεκατέσσερα κατέβηκε στα επτακόσια μέτρα και στα δεκαοκτώ στη Σεβίλη για σπουδές. Εφάρμοζε ανάδρομα τη μέθοδο των ορειβατών: όπως εκείνοι κατακτούν βαθμηδόν τα Εβερεστ, αυτός φλέρταρε κλιμακωτά με τη στάθμη της θάλασσας. Εμαθε μπάνιο στις στέρνες του χωριού του και εξέλαβε ως θανάσιμη απειλή «το γλυφό νερό» του Αιγαίου, το οποίο, παρεμπιπτόντως, θύμιζε Σεφέρη, όπως και το «κρυφό περιγιάλι» μας. Κιαλάροντάς το, λοιπόν, από μακριά και υπολογίζοντας την ουδόλως ευκαταφρόνητη απόσταση, συνειδητοποίησε ότι «πήραμε τη ζωή μας λάθος», κι άλλαξε, όχι βίο –αλίμονο–, αλλά ρότα, κινούμενος όπισθεν ολοταχώς· τούτη τη φορά μάλιστα με αδιανόητη σβελτάδα δεινού κολυμβητή.
Δεν του περίσσευε εξάλλου καιρός για πολύωρες περιπλανήσεις, αφότου η καλή του απεγκλώβισε από τη βιβλιοθήκη του ιατρείου τα «Αναγνωρισμένα» του εκκεντρικού Αλεξανδρέως, που ασφυκτιούσαν ανάμεσα σε δυο ογκώδεις επιτομές ενδοκρινολογίας και ορθοπεδικής, και τα οποία ο Κώστας της δάνεισε μετά χαράς. Οι δημόσιες απαγγελίες πρωί-μεσημέρι-βράδυ της Σόνιας και του εραστή της –τα ελληνικά του παρουσίαζαν θεαματική βελτίωση– έκαναν πάταγο στην παραλία και η οξεία καβαφίτιδα εξαπλώθηκε σαν μεταδοτικός ιός. Ημεδαποί τε και αλλοδαποί κομψολογούσαν διαρκώς τις «Θερμοπύλες», τις «Φωνές» ή τα «Τείχη» – γαμώ την ατυχία μας, γαμώ! Ορισμένοι αυτοσχέδιοι ριμαδόροι, μάλιστα, εμπλούτισαν το αρίφνητο ρεπερτόριο με επίκαιρες παρωδίες δικής τους κοπής του τύπου: «Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ανάφη, νάχεις μαζί σου στίχους του Καβάφη».
Μερικοί κήρυτταν στους λόφους τα «Αποκηρυγμένα», κάποιοι ξετρύπωσαν τα «Κρυμμένα» κι άλλοι ενδιέτριβαν, τέλος, στα «Ατελή». Η καβαφική φρενίτιδα που κατέλαβε τους πάντες βόλευε αφάνταστα τη Λίζα κι εμένα, αφού μας επέτρεπε να εντρυφούμε απερίσπαστοι στα «απαγορευμένα» των σχολικών μας χρόνων, τα ποιήματα που δονούνται από κατάφωρο ερωτισμό. Με τις αισθήσεις μας σε αμείωτη επαγρύπνηση εμφιλοχωρούσαμε με απαράμιλλη λαγνεία στις στροφές, γινόμασταν ένα βακχικό κουβάρι με τις αράδες, θωπεύαμε κάθε λέξη κι εκείνες, σαν λυχνάρια του Αλαντίν, αποζημίωναν τον νου και τα σώματα, με ενυπόστατα οράματα που μας εξύψωναν στα αβυθομέτρητα βάθη της σαρκικής και πνευματικής ηδονής. (Συνεχίζεται)
