Η Λίζα κατείχε, ούτως ειπείν, τη γνώση της γνώσης των γνώσεων και στις πιο απόκρυφες περιοχές του επιστητού. Ισως γι’ αυτό μπορούσε να τις κάνει φραγκοδίφραγκα· να τις μεταλαμπαδεύει δηλαδή στους συνομιλητές της απλουστευμένες, αλλά ακλόνητες. Πολλές στέρεες βεβαιότητες και παγιωμένες πεποιθήσεις μου κατέρρευσαν στην πορεία του χρόνου, υπονομευμένες μοιραία από τις μελίρρυτες επισημάνσεις της. Στον ταλαίπωρο Χουάν Γκαρθία, ο οποίος μας περιτριγύριζε μουδιασμένος, αδυνατώντας να συγχρωτιστεί εξαιτίας της γλώσσας, δοκίμασε να μιλήσει λατινικά. Πεντακάθαρες και ζωντανές έρρεαν οι φράσεις από την κρήνη των χειλιών της, σάμπως να εκπορεύονταν από το οικογενειακό της ιδιόλεκτο.
Εμβρόντητος ο εκκολαπτόμενος φιλόλογος, την αντιμετώπισε σαν ξωτικό. Ανταποκρίθηκε καλύτερα στα άψογα γαλλικά της, παρότι ήταν γραφτό να επικοινωνήσει μαζί μας σε λαλιά έμμετρη και στοχαστική. Κρατούσε παραμάσχαλα, όπου κι αν πήγαινε –και στην τουαλέτα, που λέει ο λόγος–, πανόδετο τόμο με τα ποιήματα του μεγάλου Αλεξανδρινού. Παρατήρησα, φυλλομετρώντας, πως ξεκινά με το πολυδιαβασμένο «Η Πόλις». Εντελώς ασυναίσθητα άρχισα να απαγγέλλω από στήθους: «Είπες· “Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα. Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή…”».
Εντεκα ακόμα στίχοι κύλησαν νεράκι προτού ολοκληρώσω στομφωδώς: «Δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό. Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες». Απόρησα με τη μνήμη μου. Ο Σπανιόλος εντυπωσιάστηκε. Επέμεινε να το επαναλάβω. Πάσχισα να του αποσαφηνίσω ότι τέτοια ανήκουστα θάματα συμβαίνουν άπαξ διά παντός. Θιασώτης της δημιουργικής ασάφειας, μάλλον, δεν το ’βαζε κάτω. Πες, πες, υποσχέθηκα δεύτερη απαγγελία την ώρα του δείπνου, σαν πρόποση.
Γυρόφερνα ώς τότε στο μυαλό μου το «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον», απ’ τ’ αγαπημένα μου. Παραδόξως το θυμόμουν κι αυτό. Αφού ξεκαθάρισα δυο-τρία σημεία για τα οποία δεν ήμουν απολύτως βέβαιος, μεταξύ τυρού και αχλαδίου στο εστιατόριο, σηκώθηκα με το βιβλίο ανά χείρας, ξετρύπωσα τον απολείποντα Αντωνάκη κι έδωσα προβαρισμένο σόου: «Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες, με φωνές […] ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους, τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου, κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις».
Η ομήγυρις χειροκρότησε παρατεταμένα. Οι συνδαιτυμόνες στα διπλανά τραπέζια τη μιμήθηκαν. Ο Χουάν Γκαρθία παρακολουθούσε εκστασιασμένος. Διέκρινα ίχνη ζήλιας στο ύφος της Σόνιας. Τον έτρωγε με τα μάτια απ’ την πρώτη στιγμή. Ελαχε, όμως, περίσταση εγκράτειας και νηστείας. -«Ρε κορόιδο, ο μικρός ψοφάει για Καβάφη στο πρωτότυπο. Με πολιορκητικό κριό στίχους του θα αλώσεις το κάστρο» της έκανα στ’ αυτί. -«Και τι με πέρασες; Κασετόφωνο σαν μερικούς μερικούς». -«Γι’ αυτό είν’ οι φίλοι» την καθησύχασα. (Συνεχίζεται)
