Βαράτε με κι ας κλαίω! Ακουγα προχθές τον Τσάκα-λόττο να δικαιολογεί στη Βουλή τις πομπές της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝ.ΕΛΛ., κατά την ψήφιση των έσχατων προαπαιτούμενων, μέσω της οποίας ευελπιστεί ότι θα κλείσουν επιτέλους η αξιολόγηση και τα σπίτια μας – όσων τέλος πάντων παραμένουν ακόμα μισάνοιχτα. Τι απύθμενος αμοραλισμός, πόσα χοντροκομμένα ψέματα, οποία εξευτελιστική καταισχύνη. Οταν προ υπερτέρων δυνάμεων των εταίρων αναγκαστήκαμε να υποχωρήσουμε τον Ιούλιο του 2015, ισχυριζόταν, είχαμε το θάρρος να καταφύγουμε στον λαό και να ζητήσουμε την ανανέωση της εντολής του. Τα λέει με κυνική ξετσιπ(ρ)ωσιά· ανερυθρίαστα. Αφότου οι δήθεν διακριτές κόκκινες γραμμές ξέβαψαν και μετεβλήθησαν σε δεκάδες αδιόρατους ωχρόφαιους τόνους, το άλικο χρώμα δεν στέκεται πια στα μάγουλά τους. Ο ακάματος Τσάκα-λόττος καμώνεται πως ξεχνά ότι περισσότεροι από τριάντα βουλευτές της Κουμουνδούρου αρνήθηκαν παλικαρίσια να επικυρώσουν το τρίτο Μνημόνιο και αποχώρησαν από το κόμμα.
Αποτέλεσμα; Οι αποφάσεις του Μαξίμου απόμεναν μετέωρες, συγκέντρωναν-δεν συγκέντρωναν την οικτρά μειοψηφία των εκατόν είκοσι μελών του Κοινοβουλίου. Πώς θα κυβερνούσαν, λοιπόν, οπωσούν ακρωτηριασμένοι; Ενα μυαλό χειμώνα-καλοκαίρι τι να του κάνει του έρμου Ευκλείδη. Αποσιωπά έτσι ότι τον Σεπτέμβριο του 2015 παρέλειψαν όλως τυχαίως να ενημερώσουν τους ψηφοφόρους για ορισμένες ασήμαντες λεπτομέρειες, όπως το «ψαλίδι» σε ΕΚΑΣ και κοινωνικά επιδόματα, το «τσεκούρι» σε επικουρικές και κύριες συντάξεις ή τη δρομολόγηση ολόκληρου στόλου βαποριών με επιπλέον δυσβάσταχτους φόρους. Υποσχέθηκαν ότι ταυτοχρόνως με την ειδεχθή συμφωνία θα εφάρμοζαν τάχα μου γενναία φιλολαϊκά μέτρα, προς ανακούφιση των ευπαθών ομάδων, τα οποία έγιναν παγκοίνως γνωστά με την κωδική όσο και κωμική φράση «παράλληλο πρόγραμμα», ήτις εκφυλίστηκε βαθμηδόν σε εξαιρετικά σύντομο, άνοστο και κρύο ανέκδοτο.
Νομίζω πως οι λέξεις του ΘΑλέξη ηχούν ακόμα στ’ αυτιά μου: «Κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη» διατράνωνε σε μπαλκόνια και τηλεοπτικά στούντιο εκείνο το άθλιο φθινόπωρο της ατιμωτικής υποταγής και της ακατάσχετης παροχολογίας. Στα δίκτυα του νομοσχεδίου για την αλιεία, προχθές, μπλέχτηκε ένα μυστήριο ψάρι με όψη βρικόλακα, ονόματι «ηλεκτρονικός πλειστηριασμός», που, καθώς έχει εκλείψει πλέον η συμπαθής συντεχνία των γαλατάδων, εγγυάται πως την εξώπορτα της οικίας μας θα χτυπάει εφεξής τα χαράματα μόνον ο νέος της ιδιοκτήτης. Μιλιά για κόφτες, κουβέντα για Υπερταμεία, τσιμουδιά για το Ελληνικό, άκρα του τάφου σιγή για αεροδρόμια, λιμάνια, τρένα και την άνευ όρων παράδοση εν γένει της δημόσιας περιουσίας για μόλις ενενήντα εννέα χρονάκια – ούτε καν εκατό· πού τετρακόσια, όσα διήρκεσε ο οθωμανικός ζυγός και μας υπενθύμισε μετρ της υποκριτικής, εκλεγμένη κατά της Λαρίσης το ποτάμι μεριά. Εξαπατήσατε διά μίαν εισέτι δόσιν τον Σεπτέμβρη το πόπολο, κυρ Τσάκα-λόττο μου. Το «παράλληλο πρόγραμμα» δεν ήταν τόσο ευτράπελο τελικά. Το ευέλικτο βαν που το κουβαλούσε ενηλικιώθηκε και μετετράπη σε νταλίκα με πολυποίκιλα ρυμουλκούμενα βάρη φορτωμένα στις ράχες των ευάλωτων.
