Θα μπορούσε να συμβεί και σ’ εσάς. Σας πλησιάζει ξαφνικά άγνωστος με χαμόγελο ώς τ’ αυτιά, σας σφίγγει το χέρι εγκάρδια και, προσφωνώντας σας με το υποκοριστικό, εκτοξεύει στα ύψη την αμηχανία σας. Δεν σας φέρνει στον νου το παραμικρό, όσο κι αν τον περιεργάζεστε. «Με θυμάσαι, ασφαλώς» λέει έπειτα απ’ τις πρώτες φιλοφρονήσεις. Αν ψελλίσετε «όχι», θα τον πληγώσετε θανάσιμα. Ελα όμως που δεν μπορείτε να πείτε ούτε «ναι».
Εξ ενστίκτου ενεργοποιείται σ’ αυτές τις περιπτώσεις σωτήριος αμυντικός μηχανισμός, τύπος ψαρέματος στα θολά νερά με δόλωμα την ασάφεια. «Τι γίνεται, ρε ψυχή;» ρωτάτε. «Μαθαίνω για σένα και χαίρομαι», τον κολακεύετε. «Τι κάνει η παλιοπαρέα», επανέρχεστε με την ελπίδα πως θα ξεγελαστεί και θ’ αποκαλύψει κάποιο οικείο όνομα είτε στέκι κι ακόμα καλύτερα αλλοτινό τόπο ονειρεμένων διακοπών· πρόσωπο, εικόνα ή συνάφεια, τέλος πάντων, που θα ξετυλίξει τον μίτο της μνήμης. Οσο περιμένετε να το κάνει, εξακολουθείτε τις αοριστολογίες, ώσπου κάποτε τον αποχαιρετάτε θερμά: «Δεν φαντάζεσαι πόσο φχαριστήθηκα που σε είδα κι αναπολήσαμε αξέχαστες στιγμές».
Αναλόγως μέσες άκρες φέρεται η πλειονότητα σε παρόμοιες περιστάσεις, κι εδώ που τα λέμε δεν λαχαίνουν συχνά. Ιδεαστείτε, όμως, τι τραβούν οι διάσημοι, ιδίως όσοι κρίνουν τις τύχες της ανθρωπότητας. Κάθε πικραμένος επιθυμεί να απαθανατιστεί μαζί τους σ’ ένα εύγλωττο ενσταντανέ, να ανταλλάξει δυο κουβέντες για να πουλήσει φιγούρα και λεζάντα την επαύριο στο καφενείο του χωριού. Καλώς ή κακώς, ο Ντόναλντ Τραμπ μοστράρει νέος πλανητάρχης, ανέλαβε μάλιστα καθήκοντα προσφάτως, δεν μπορεί να γνωρίζει απέξω όλους τους ξένους επιτετραμμένους. Αγνοεί μάλλον και τα κράτη που εκπροσωπούν, αν κρίνουμε από κατά καιρούς δηλώσεις του, ενδεικτικές των ισχνών επιδόσεών του στη γεωγραφία. Προχθές στις Βρυξέλλες, στο περιθώριο της συνόδου του ΝΑΤΟ, τον πλησιάζει ο ΘΑλέξης· χωρίς γραβάτα, φυσικά, ύστερα απ’ το κάζο του Γιούρογκρουπ.
Μοιάζει με επαρχιώτη της δεκαετίας του ’60 στην Ομόνοια και καμαρώνει δεόντως. Ενα γύφτικο σκεπάρνι διαγράφεται στο στέρνο του εν είδει λαιμοδέτη. Μιλάει άτολμα στον Αμερικανό πρόεδρο με δισταγμό στα χείλη. Εκείνος νιώθει εμφανώς σαν να συνάντησε τον γνωστό-άγνωστο των πρώτων παραγράφων. Το μαρτυρά η γλώσσα του σώματος. Αποκρίνεται με στιλιζαρισμένο κλισέ που έχουν επινοήσει οι συνεργάτες του για να βγαίνει από τη δύσκολη θέση, όποτε αισθάνεται άβολα: «Σε παρακολουθώ. Εχετε καταφέρει να ανακάμψετε και αυτό είναι εκπληκτικό. Τα πάτε περίφημα. Η χώρα σας είναι υπέροχη, με υπέροχους ανθρώπους».
Αναμφίβολα η ίδια φράση μπορεί να απευθύνεται απαράλλαχτη σε οποιονδήποτε πρωθυπουργό οιουδήποτε σημείου της υφηλίου και κάνει μπαμ από χιλιόμετρα πως είναι τυποποιημένη. Χαρακτηρίζεται επιπροσθέτως από ηπιότητα, μεγαθυμία και ευγένεια που δεν συνάδει με το αψύ και γκροτέσκο ταμπεραμέντο του Τραμπ. Κάθε αρχηγός κράτους πιστεύει ότι η πατρίδα του είναι η ομορφότερη της Γης και πολιτεύεται με στόχο να φέρει την ανάκαμψη σε όλους τους τομείς. Τόσο απλά. Οι επιτελείς του Μαξίμου, μολαταύτα, έκαναν σημαία το ελπιδοφόρο μήνυμα, ανάγνωσμα, ακρόαμα και θέαμα στα εγχώρια ΜΜΕ. «Τι να ζητάει επαρχιώτης στην Ομόνοια μες στο ψιλόβροχο αρχές του Μάη… Ξένος ώς και στη χαρά του, μεσονύχτι του Σαββάτου» που λέει κι ο Νιόνιος.
