ΑΝΑΓΚΗ ΠΑΣΑ να συναντήσουμε τους ποιητές, αλλιώς, ζήτω που καήκαμε, έγραφε χθες μια ψυχή, οπότε φθάνω σήμερα στη Δράμα να γευθώ στίχους του Γιώργου Κασαπίδη αφιερωμένους στις κοπέλες του καταστήματος Γουντσίδη της περιοχής Δώδεκα Αποστόλων:
Μ’ ΑΡΕΣΟΥΝ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ που εργάζονται στα συνοικιακά σουπερμάρκετ/ με χτένισμα πρωινό δικό τους κι ελαφρύ κραγιόν στα χείλη/ μ’ όλη τη θηλυκότητα που εκρήγνυται κάτω από τις ομοιόμορφες ποδιές τους/ καθώς αδειάζουν τα εμπορεύματα στα ράφια/ την ώρα που ζυγίζουν φρούτα και λαχανικά/ την ώρα που απλώνουνε τα δάχτυλα να δώσουν ρέστα στο ταμείο./ Γυναίκες με τα όλα τους/ γήινες, χαμογελαστές, υπέροχες/ με σώματα ευλύγιστα/ μ’ όλη τη χάρη και την ομορφιά της καθημερινότητας/ ανάμεσα στ’ αλλαντικά και τα κασέρια/ δίπλα στα γάλατα, τις σοκολάτες και τις μπύρες./ Καμιά ανορεξική μοντέλα δεν μπορεί να συναγωνιστεί/ τον οργασμό που κρύβουν πίσω απ’ την εργατική τους πειθαρχία/ τίποτα δεν μπορεί να ξεπεράσει/ την αύρα που εκπέμπει η απλότητα του είναι τους./ Μ’ αρέσουν τα κορίτσια που εργάζονται στα συνοικιακά σουπερμάρκετ/ που δίχως διάκριση μιλάνε σ’ όλους με τον ίδιο σεβασμό/ που ανοίγουν με την ίδια προθυμία την καρδιά τους/ όπως την πλαστική τσαντούλα για τα ψώνια/ για να σου αφηγηθούν ένα ασήμαντο ίσως περιστατικό/ πολύ καλύτερα από μια φιλόλογο επηρμένη/ –και ξινομούρα συν τοις άλλοις– πολύ πιο αισθαντικά από μιαν ανέραστη/ κομψοκακοντυμένη πανεπιστημιακή…/ Μ’ αρέσουν τα κορίτσια που εργάζονται στα συνοικιακά σουπερμάρκετ/ με κάνουν να αισθάνομαι πιο οικεία,/ να ξεχνώ για λίγο τη μιζέρια της αυτοπροβολής/ τον αλλοτριωμένο στις δημόσιες εμφανίσεις εαυτό μου.
ΑΝΑΡΧΙΑ «εμένα μάνα, η ποίησή μου είναι ξυπόλητη»/ «ω, Πελαγιανή, πώς θα κοιμηθείς απόψε με πρησμένα πόδια;»/ Ειδικά όταν οι πλείστοι επεδίωκαν να μαλακώσουν/ τη σφυροδρέπανη επιδερμίδα μου/ Βρήκε λύση/ Ανταλλάξαμε φέρετρα/ Τώρα όλοι θαυμάζουν τη γυναίκα με τα όμορφα πόδια/ Ο πελάτης ήταν σαφής/ Στο στήθος του πεταμένο ένα κελί/ Κανείς δεν πίστευε ότι χωράω μέσα/ Δήλωσε ευτυχής/ Σ’ ένα μονάχα έπεσε έξω/ Οταν χτυπάς τα πόδια μου/ Χοροπηδούν στο χρόνο και σε γυρνάει πίσω/ Ατυχος άνδρας, έπεσε πάνω στον Μάη του ’68/ Επαψε να με θέλει νοικοκυρά/ Γευματίζουμε έξω, πληρώνει τοις μετρητοίς/ «τι θα πάρετε;»/ «ο κύριος μια σαρανταποδαρούσα καλοψημένη κι εγώ ένα Bloody Mary». (Πελαγία Φυτοπούλου)
ΗΔΟΝΙΣΜΟΣ Από τραγούδια έν’ άυλο κομπολόι/ σ’ εσέ δεν ήρθα σήμερα να δώσω./ Με τα παιγνίδια, εγώ θα σε λιγώσω/και με τα ξόρκια, αγάπη μου, ενός γόη./ Γυμνοί. Και σαν κισσός θα σκαρφαλώσω/ για να φάω το κορμί σου που με τρώει./ Του λαγκαδιού σου τη δροσάτη χλόη/ με το χέρι θρασά θα την πυρώσω./ Το κρασί που ξανάφτει και το γάλα/ που κοιμίζει, θα φέρω στάλα στάλα/ μ’ όλο μου το κορμί να σε ποτίσω./ Και στα πόδια σου τ’ ασπροσκαλισμένα/ δυο βάζα που μου παίρνουνε τα φρένα/ στερνή μανία το μέλι μου θα χύσω. (Αλλιώτικος αισθαντικός Παλαμάς)
