Στην επιστροφή βρήκα θέση στο λεωφορείο και άνοιξα το βιβλιαράκι μου. Γεμάτο το λεωφορείο.
Φοιτητές και φοιτήτριες οι περισσότεροι επιβάτες, μια και το λεωφορείο τερματίζει στο νεκροταφείο και στο Πανεπιστήμιο (αν είχα κέφι, κάτι μπορεί να «σκάρωνα» με τη σύμπτωση περί τη γνώση: ζωή και επιστήμη π.χ., κάτι για τον Φάουστ… ).
Σήκωσα κάποια στιγμή το βλέμμα. Τότε είδα, ακριβώς από πάνω μου, ένα από τα ωραιότερα πρόσωπα που έχω δει στη ζωή μου.
Λεπτή, μελαχρινή, πλεγμένο μαλλί, σχιστά μάτια, χαλκαδάκι στο ρουθούνι, αρκετά ψηλή (σηκώθηκα, αργότερα, να κατεβώ και ήταν περίπου στο μπόι μου!), όχι πάνω από 22-23 χρόνων, ευγενικό πρόσωπο, διακριτικά ηδυπαθές.
Ομορφη και το ήξερε! Οπως οι περισσότερες όμορφες που το ξέρουν, ήταν και όμορφα ντυμένη.
Εβλεπα το πρόσωπό της, στα πεταχτά, μη με περάσει και για λιγούρη (αν και πιστεύω ότι πάνω της τα αντρικά βλέμματα, λάγνα έως ξελιγωμένα, θα είναι στρώματα∙ μάλλον δεν θα δίνει πια σημασία!).
Οσο την έβλεπα, μέλωνα και μέρευα, λες και με μάγευε. Ντράπηκα.
Αλλιώς θα της πρότεινα να μου χαρίσει μόνο δέκα λεπτά απ’ τη ζωή της, να κατέβουμε στην επόμενη στάση για καφέ.
Να πίνουμε μόνο καφέ, αμίλητοι, ούτε ονόματα ούτε δουλειές ούτε σπουδές ούτε τίποτα από τα συνηθισμένα ενός τυχαίου φλερτ που πέρασε βιαστικά κι έφυγε.
Μόνο να τη βλέπω. Να μου έδινε δέκα μόνο λεπτά. Να τη βλέπω. Σιωπηλός.
Σαν αίνιγμα. Που γέρασε πολεμώντας να λύσει αινίγματα, ζωής και χρόνου, που ποτέ δεν θα λύσει.
Καθώς τώρα παρατηρούσε ολοζώντανη, όρθια σε κατάμεστο λεωφορείο, την ομορφιά και πόσο αυτή γοργά διαβαίνει…
