Διάβασα προσεκτικά τη συνέντευξη του πρωθυπουργού στη χθεσινή «Εφ.Συν.». Δεν ήξερα μάλιστα, πέραν της ενημέρωσης –πρωθυπουργός είναι αυτός, ούτως ή άλλως μία συνέντευξή του παρουσιάζει ενδιαφέρον–, αν είχα και κάποιον ιδιαίτερο λόγο να τη διαβάσω, και μάλιστα προσεκτικά.
Ούτε και τώρα ξέρω. Με δυο λόγια, δεν έγινα σοφότερος. Αφού η συνέντευξη –βατή, όσο ο ίδιος ο συνεντευξιαζόμενος επέτρεπε– επαναλάμβανε ειπωμένα, γνωστά και χωρίς κάτι, ένα ελάχιστο, μια μικρή έκπληξη, φέρ’ ειπείν, που να εξάψει το ενδιαφέρον ή να ενθαρρύνει έναν πρόσθετο προβληματισμό, μια, όπως λέμε, παραγωγική σκέψη.
Αφήνω στην άκρη υποψίες ή υστεροβουλίες (εννοώ, του αναγνώστη) ότι από τα συμφραζόμενα της συνέντευξης αναδύονται και αισθήσεις προεκλογικές (υπάρχουν ένα-δυο σημεία που σου επιτρέπουν να υποστηρίξεις κάτι τέτοιο).
Ομως δεν είναι αυτό το ζήτημα. Αλλωστε, κάθε κυβέρνηση –ιδίως όταν αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες, όπως η σημερινή–, για διάφορους λόγους, ούτε εκλογές αποκλείει ούτε θα είχε αντίρρηση, πιστεύω, να κάνει εκλογές, αλλά υπό ευνοϊκές γι’ αυτήν συγκυρίες.
Το ζήτημα είναι, νομίζω, ότι η συνέντευξη δεν είχε –να το πω παραβολικά– «ακροατήριο». Περιέγραφε μεν το πολιτικό τοπίο, με τη ματιά του πρωθυπουργού βεβαίως και τι κάνει ο ίδιος και η κυβέρνησή του, ώστε το σημερινό πολιτικό τοπίο να βελτιωθεί.
Ομως, ο φυσικός αποδέκτης της πρωθυπουργικής συνέντευξης, ο καθημερινός πολίτης, που υφίσταται το δυσβάστακτο βάρος της μνημονιακής επταετίας, μάλλον βγήκε πιο σκεπτικός από την αίθουσα!
Δεν συμπεριελήφθη! Δεν άκουσε κάτι για όσα ξέρει και ζει, στον κόσμο που συναναστρέφεται, στις δημόσιες υπηρεσίες με τις οποίες συναλλάσσεται. Τα καθημερινά προβλήματα.
Τους ανθρώπους, στον δημόσιο χώρο, στη διοίκηση, που προσπαθούν φιλότιμα, αλλά πέφτουν πάνω σε κλειστές πόρτες και παντός καιρού βολεμένους. Ενας τέτοιος απολογισμός διετίας ίσως είχε ενδιαφέρον. Ισως έδινε και ελπίδα προσδοκίας. Ομως τέτοιος απολογισμός δεν έγινε…
