Ημουν μαθητής στο δημοτικό το ’55-’56, όταν ξεκινούσε η ΕΟΚΑ με τον Διγενή τον ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα στην Κύπρο. Μεγάλα συλλαλητήρια τότε για την Κύπρο στην Αθήνα, συνθήματα «Αδελφοί Κύπριοι…» κ.λπ., συνεπαρμένος από υψηλό εθνικό φρόνημα στιχουργούσα σε τετράδιο, κάπως ανορθόγραφα υποθέτω: «Ως πότε Κύπρο μας γλυκιά θα είσαι σκλαβωμένη; Οι Βρετανοί οι βάρβαροι σ’ έχουν φυλακισμένη…» κ.λπ. κ.λπ.
Εξήντα χρόνια μετά διάβαζα προχθές στην «Εφ.Συν.» τα σχετικά με την πρόσφατη Διάσκεψη της Γενεύης δημοσιεύματα του Νικόλα Ζηργάνου (αντίδραση Ερντογάν: «Θα είμαστε στην Κύπρο για πάντα») και του Ακη Φάντη (γενική ανασκόπηση διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό∙ εξήντα χρόνια και αυτός:
«Ο απόηχος της Γενεύης και οι “παιδικές ασθένειες” του Κυπριακού»), και μου μπήκε στο μυαλό αυτή η λέξη: πασπαρτού∙ από το γαλλικό passe+partout (περνάει από παντού), γενικό αντικλείδι για όλες τις κλειδαριές (κυρίως σε ξενοδοχεία), μεταφορικά: κάτι που ταιριάζει ή είναι χρήσιμο –το εφαρμόζεις ή το επικαλείσαι– σε κάθε περίσταση: Κυπριακό, πασπαρτού ή πασπαρτού το Κυπριακό.
Μόνο που σαν πασπαρτού το Κυπριακό –γενικό αντικλείδι σε πολιτικά ζητήματα που παραμένουν κλειδωμένα ή εκκρεμούν, εφαρμογή, επίκληση, ακόμα και απειλή– το χρησιμοποιεί περισσότερο η Τουρκία και λιγότερο έως καθόλου εμείς.
Και δεν εννοώ βέβαια ότι πρέπει να αλλάξουν οι ρόλοι, να αντιστραφούν και να πιάσουμε κι εμείς να λογαριάζουμε το Κυπριακό σαν γενικό αντικλείδι διά πάσαν νόσον και πάσαν… αποσιωπητικά. Εννοώ ακριβώς, η πολιτική της ελληνοκυπριακής πλευράς να γίνει τέτοια που να περιορίσει τη δυνατότητα της Τουρκίας να διαχειρίζεται το Κυπριακό σαν πασπαρτού.
Κάθε φορά, από την εισβολή/κατοχή και μετά, που σε διαπραγματεύσεις δικοινοτικές αχνοφαινόταν ελπίδα, η Τουρκία προέβαλλε άλλες προτεραιότητες και τραβούσε το Κυπριακό πίσω, για να το επαναφέρει όποτε έκρινε σκόπιμο. Αν αυτό το «επιχείρημα» δεν αφοπλιστεί, θα μιλάμε πάντα για «μία ακόμα διάσκεψη»…
